ΜΠρΘεσ 6116/2011
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί βασικό γνώρισμα της εξάρτησης. Καθοριστικό στοιχείο συνιστά η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη.
(περίληψη απόφασης)
Ι. Η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας γίνεται, κατά κανόνα, άτυπα με μόνη τη σύμπτωση της βουλήσεως των μερών. Μπορεί να καταρτιστεί είτε εγγράφως με ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικά ή και σιωπηρά με την παροχή της εργασίας από το μισθωτό και την αποδοχή της από τον εργοδότη ή τον αντιπρόσωπό του, σύμφωνα με το άρθρο 649 ΑΚ. Προκειμένου για νομικά πρόσωπα η έγγραφη, προφορική ή σιωπηρή ως άνω, δήλωση βουλήσεως πρέπει να εκδηλώνεται από το νόμιμο εκπρόσωπό τους ή το αρμόδιο εξουσιοδοτημένο εργοδοτικό όργανο [ΑΠ 363/1986 ΕΕργΔ 46(1987),207, ΑΠ 110/1984 ΕΕργΔ 44(1985),208]. Ειδικότερα δε, όσον αφορά στις ανώνυμες εταιρίες, η εκπροσώπησή τους γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των 61, 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 22 του ΚΝ 2190/1920, ήτοι από το διοικητικό τους συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικώς, ή, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό, από ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή από τους διευθυντές τους ή από τρίτο πρόσωπο [βλ. ΑΠ 1830/2006 ΕΕργΔ 67(2008),290, ΑΠ 693/2006 ΕλλΔνη 49(2008),1062].