Για τα ερωτήματά σας προτιμήστε την αποστολή email (simvoulatoras@gmail.com) ή την συμπλήρωση της φόρμας με τον τίτλο «Ρωτήστε μας» που υπάρχει κάτω ακριβώς από τον τίτλο του ιστολογίου. Ελάχιστη αμοιβή 20 ευρώ +Φπα 23%. Ελάχιστη αμοιβή για ραντεβού 50 ευρώ +Φπα 23%.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Τέλη χαρτοσήμου επί καταθέσεων ή αναλήψεων χρημάτων από εταίρους, μετόχους ή άλλα πρόσωπα προς ή από εμπορικές εταιρείες ή επιχειρήσεις

του Παναγιώτη Θ. Pέππα,
τ. διευθυντή υπ. Oικονομικών
 
1. Γενικά. Οι μετέχοντες σε εμπορικές εταιρείες και επιχειρήσεις εν γένει (εταίροι, μέτοχοι, κ.λπ.), καθώς και άλλα πρόσωπα, καταθέτουν, πολλές φορές, στις εν λόγω εταιρείες και επιχειρήσεις, για την ενίσχυση του κεφαλαίου τους ή για την προσωρινή τους ταμειακή διευκόλυνση, διάφορα χρηματικά ποσά, με τα οποία πιστώνονται οι προσωπικοί τους λογαριασμοί. Οι καταθέσεις αυτές, παρότι συνιστούν δάνεια με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δανείου και εξυπηρετούν τους ίδιους με τα δάνεια σκοπούς, εν τούτοις στη φορολογία χαρτοσήμου τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης σε σχέση με τα δάνεια. Έτσι, η ρητή αναγραφή στα βιβλία των εμπορικών εταιρειών ή των επιχειρήσεων της λέξης «κατάθεση» δημιουργεί υποχρέωση, για καταβολή τέλους χαρτοσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 5γ του άρθρου 15 του Κώδικα Χαρτοσήμου, ενώ αντίθετα η ρητή αναγραφή στα βιβλία της λέξης «δάνειο» δημιουργεί υποχρέωση, για καταβολή τέλους χαρτοσήμου, ανάλογα με την ιδιότητα των συμβαλλόμενων, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1α ή 13 παρ. 1α του ίδιου ως άνω Κώδικα.
2. Οφειλόμενο τέλος χαρτοσήμου. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 5 περίπτωση γ' εδάφιο τέταρτο του άρθρου 15 του Κώδικα Χαρτοσήμου ορίζεται, ότι «πάσα εν γένει εγγραφή εις τα βιβλία περί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων υπό εταίρων ή μετόχων ή άλλων προσώπων προς ή από εμπορικάς εν γένει εταιρείας ή επιχειρήσεις, ήτις δεν ανάγεται εις σύμβασιν, πράξιν, κ.λπ. υποβληθείσαν εις τα οικεία τέλη χαρτοσήμου ή απαλλαγείσαν νομίμως των τελών τούτων, υπόκειται εις αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου 1%. Εις ην περίπτωσιν εκ της εγγραφής ή εξ ετέρου εγγράφου αποδεικνύεται, ότι η κατάθεσις ή ανάληψις αφορά σύμβασιν, πράξιν, κ.λπ. υποκειμένην εις μεγαλύτερον ή μικρότερον τέλος, οφείλεται το διά την σύμβασιν, πράξιν, κ.λπ. προβλεπόμενον τέλος».
β. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης:
-- Ως «κατάθεση χρημάτων» νοείται η πράξη, διά της οποίας λαμβάνει χώρα καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού από ένα πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, σε εμπορική εταιρεία ή επιχείρηση, το οποίο αυτή υποχρεούται να επιστρέψει μελλοντικά στον καταθέτη. Κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.τ.Ε. 1767/1992, 1039/1996, 1470/2002), ο όρος «κατάθεση» στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με την έννοια της εν γένει δόσης χρημάτων και δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κατάθεσης χρημάτων με δικαίωμα ανάληψής τους.
­ Ως «ανάληψη χρημάτων» νοείται η αυτοτελής και ανεξάρτητη πράξη, διά της οποίας λαμβάνει χώρα χορήγηση το πρώτον χρημάτων από την εμπορική εταιρεία ή επιχείρηση σε εταίρο, μέτοχο ή τρίτο, προς διευκόλυνσή τους. Συνεπώς, ο όρος «ανάληψη χρημάτων» της ανωτέρω διάταξης δεν αναφέρεται στην ανάληψη από εταίρο, μέτοχο ή τρίτο των ήδη κατατεθέντων από αυτούς στην εμπορική εταιρεία ή επιχείρηση χρημάτων, επειδή η ανάληψη, στην προκειμένη περίπτωση, επέχει θέση απλής εξόφλησης της αρχικής κατάθεσης εκ μέρους της εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης.
γ. Για την επιβολή τέλους χαρτοσήμου 1%, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, θα πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:
1) Ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του καταθέτοντος τα χρήματα προσώπου, φυσικού ή νομικού (εταίρου, μετόχου ή τρίτου) και της εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης. Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται σε καταθέσεις, που γίνονται από τον ιδιοκτήτη ατομικής επιχείρησης στην ίδια του την επιχείρηση, γιατί, στην περίπτωση αυτή, δεν συνάπτεται καμιά συμβατική σχέση, αφού με αυτόν δεν συμβάλλεται κανένα άλλο πρόσωπο.
2) Εγγραφή στα βιβλία εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης εν γένει (Ο.Ε., Ε.Ε., Ε.Π.Ε., Α.Ε., κοινοπραξίας, κερδοσκοπικού συνεταιρισμού, αστικής εταιρείας και κοινωνίας αστικού δικαίου, που ασκούν επιχείρηση, κ.λπ.) περί καταθέσεως χρημάτων από εταίρους, μετόχους ή άλλα πρόσωπα προς τις επιχειρήσεις αυτές ή περί αναλήψεως χρημάτων από αυτές. Η κατάθεση ή η ανάληψη χρημάτων πρέπει να προκύπτει μόνο από αυτή ταύτη την εγγραφή στα βιβλία και όχι από άλλη έγγραφη σύμβαση ή από τη συνεκτίμηση άλλων γεγονότων (Διοικ. Πρωτ. Αθ. 7077/1983).
Σημειώνεται, ότι, ως «βιβλία εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης», από την εγγραφή στα οποία αποδεικνύεται η γενόμενη κατάθεση, νοούνται τόσο τα βιβλία του καταθέτη (δότη) των χρημάτων, όσο και τα βιβλία της λήπτριας των χρημάτων εταιρείας ή επιχείρησης. Συνέπεια τούτου είναι, ότι υπεύθυνα, έναντι του Δημοσίου, για την καταβολή (πληρωμή) του τέλους χαρτοσήμου στο Δημόσιο είναι και τα δύο αυτά συμβαλλόμενα μέρη. Τούτο πρακτικά σημαίνει, ότι το τέλος χαρτοσήμου μπορεί να αναζητηθεί από το Δημόσιο είτε από τον καταθέτη των χρημάτων, εάν αυτός είναι εταιρεία ή επιχείρηση, που τηρεί λογιστικά βιβλία, από τις σχετικές εγγραφές στα οποία αποδεικνύεται η προς άλλη εταιρεία ή επιχείρηση γενόμενη κατάθεση, είτε από τη λήπτρια των χρημάτων εταιρεία ή επιχείρηση, από τα λογιστικά βιβλία της οποίας αποδεικνύεται, επίσης, η προς αυτή γενόμενη κατάθεση χρημάτων. Εάν το τέλος χαρτοσήμου καταβλήθηκε στο Δημόσιο από το ένα εκ των συμβαλλόμενων μερών (καταθέτη ή λήπτη των χρημάτων) δεν υποχρεούται σε καταβολή τέλους χαρτοσήμου, για την ίδια κατάθεση χρημάτων, και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, γιατί, κατά νόμον, μία μόνο φορά χαρτοσημαίνεται με αναλογικό τέλος χαρτοσήμου μία συναλλαγή. Εάν, εκ παραδρομής, για την ίδια κατάθεση χρημάτων, καταβλήθηκε τέλος χαρτοσήμου και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή, και από τον καταθέτη των χρημάτων (εταιρεία κ.λπ.) και από την λήπτρια των κατατεθέντων χρημάτων εταιρεία, η εταιρεία, που κατέβαλε χρονικά δεύτερη το τέλος χαρτοσήμου, μπορεί να το αναζητήσει από το Δημόσιο, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι η σχετική αξίωση δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή. Στην περίπτωση αυτή, η αιτούσα την επιστροφή του τέλους χαρτοσήμου εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει, με κάθε πρόσφορο τρόπο (π.χ. με προσκόμιση επικυρωμένου φωτοαντιγράφου του αποδεικτικού πληρωμής του τέλους χαρτοσήμου της άλλης εταιρείας), ότι το τέλος χαρτοσήμου καταβλήθηκε από την άλλη εταιρεία, δηλαδή, την εταιρεία που κατέβαλε πρώτη χρονικά το τέλος χαρτοσήμου της συναλλαγής αυτής στο Δημόσιο.
3) Τα βιβλία της εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης, στα οποία γίνεται η εγγραφή περί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων, πρέπει να είναι βιβλία επίσημα, δηλαδή, βιβλία θεωρημένα από την αρμόδια Φορολογική Αρχή (Δ.Ο.Υ.) (Σ.τ.Ε. 2493/1994). Συνεπώς, αναλήψεις χρημάτων, που είχαν γίνει από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, οι οποίες (αναλήψεις) προκύπτουν όχι από επίσημα βιβλία της εταιρείας, αλλά από πρόχειρες καταστάσεις, δεν υποβάλλονται στο τέλος χαρτοσήμου της ανωτέρω διάταξης (Σ.τ.Ε. 2493/1994).
4) Η εγγραφή στα βιβλία να μην ανάγεται σε σύμβαση, πράξη ή συναλλαγή, η οποία είχε υποβληθεί προηγουμένως στα οικεία αναλογικά τέλη χαρτοσήμου ή είχε απαλλαγεί νομίμως από τα τέλη αυτά.
5) Η κατάθεση ή η ανάληψη χρημάτων να γίνεται χωρίς μνεία της αιτίας της κατάθεσης ή της ανάληψης, εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει, ότι η εγγραφή στα βιβλία αφορά σύμβαση, πράξη ή συναλλαγή, η οποία υποβλήθηκε στο οικείο τέλος χαρτοσήμου ή απαλλάχτηκε νομίμως από το τέλος αυτό (Σ.τ.Ε. 1767/1992, 1039/1996). Επίσης, το ως άνω τέλος χαρτοσήμου οφείλεται ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο, διά της καταθέσεως ή αναλήψεως των χρημάτων, σκοπό, καθόσον στο νόμο δεν τίθεται καμιά προϋπόθεση ή καμιά επιφύλαξη (Υπ. Οικ. Κ. 8802/654/1983).
δ) Επί της ανωτέρω διατάξεως παρατηρούμε και τα εξής:
­ Κατά την κατάθεση χρημάτων δεν απαιτείται να ορίζεται χρόνος, για την απόδοση του κατατεθέντος χρηματικού ποσού, γιατί από το νόμο δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο, και συνεπώς η κατάθεση μπορεί να γίνει χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό.
­ Η παραμονή των κατατεθέντων χρημάτων στο σχετικό λογαριασμό, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της κατάθεσης σε δάνειο και συνεπώς δεν δημιουργείται, εκ του λόγου αυτού, υποχρέωση καταβολής και επί πλέον τέλους χαρτοσήμου δανειακής σύμβασης.
­ Η κατάθεση ή η ανάληψη χρημάτων μπορεί να είναι και έντοκη, καθόσον από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης δεν προκύπτει σχετική απαγόρευση. Αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση η κατάθεση ή η ανάληψη χρημάτων να είναι άτοκη θα το ανέφερε ρητά στην εν λόγω διάταξη. Σημειώνεται, δε, ότι το έντοκο της κατάθεσης ή της ανάληψης χρημάτων δεν μεταβάλλει την εν λόγω κατάθεση ή ανάληψη σε δάνειο.
­ Εάν από την εγγραφή στα βιβλία ή από άλλα έγγραφα αποδεικνύεται, ότι η κατάθεση ή η ανάληψη αφορά σύμβαση, πράξη, κ.λπ., που υπόκειται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο τέλος, τότε καταβάλλεται το προβλεπόμενο, για την οικεία σύμβαση ή πράξη τέλος χαρτοσήμου.
­ Εάν η σύμβαση, πράξη και συναλλαγή, στην οποία αναφέρεται η εγγραφή, έχει υποβληθεί στο οικείο τέλος χαρτοσήμου ή απαλλάσσεται από το εν λόγω τέλος, τότε, για την εγγραφή δεν οφείλεται τέλος χαρτοσήμου. Π.χ. εάν από την εγγραφή στα βιβλία ή άλλα έγγραφα αποδεικνύεται, ότι η κατάθεση ή η ανάληψη αφορά σύμβαση δανείου οφείλεται το οικείο τέλος χαρτοσήμου και όχι το ανωτέρω τέλος 1%. Εάν, όμως, το δάνειο απαλλάσσεται με ειδική διάταξη νόμου δεν θα καταβληθεί τέλος χαρτοσήμου.
3. Υπολογισμός και χρόνος καταβολής του τέλους χαρτοσήμου. Το ως άνω τέλος χαρτοσήμου 1% υπολογίζεται επί του κατατεθέντος ή αναληφθέντος χρηματικού ποσού, που αναφέρεται στη σχετική εγγραφή στα βιβλία, και καταβάλλεται στο Δημόσιο (αρμόδια Δ.Ο.Υ.) μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα του επόμενου της εγγραφής των πράξεων της κατάθεσης ή της ανάληψης στα λογιστικά βιβλία των ως άνω εταιρειών ή επιχειρήσεων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κώδικα Χαρτοσήμου (Υπ. Οικ. Σ. 6107/385/Πολ. 185/1980, Εγκ. 11/ 1981).
4. Απαλλαγές από το τέλος χαρτοσήμου. Από το ως άνω τέλος χαρτοσήμου 1% απαλλάσσονται οι παρακάτω ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις καταθέσεων ή αναλήψεων χρημάτων, ήτοι:
α) Η κατάθεση ή ανάληψη χρημάτων, που προκύπτει από εγγραφή στα βιβλία, η οποία αναφέρεται σε σύμβαση, πράξη ή συναλλαγή, η οποία είχε υποβληθεί, κατά την κατάρτισή της, στα οικεία τέλη χαρτοσήμου ή είχε νομίμως απαλλαγεί από τα τέλη αυτά (άρθρο 15 παρ. 5γ, τέταρτο εδάφιο Κ.Τ.Χ.).
β) Η ανάληψη ποσών από τους εταίρους ομορρύθμων, ετερορρύθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιρειών, καθώς και κερδοσκοπικών συνεταιρισμών, κοινοπραξιών και αστικών εταιρειών και κοινωνιών αστικού δικαίου, που ασκούν επιχείρηση, διαρκούσης της εταιρικής χρήσης, έναντι κερδών της χρήσης αυτής (άρθρο 15 παρ. 5γ, τρίτο εδάφιο Κ.Τ.Χ.).
γ) Οι προσωρινές σε τρεχούμενο λογαριασμό καταθέσεις των ομόρρυθμων εταίρων και οι αναλήψεις αυτών, προς το σκοπό της ταμειακής διευκόλυνσης των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών, εφόσον το εκάστοτε πιστωτικό υπόλοιπο των καταθέσεων αυτών δεν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73,37 ευρώ (πρώην 25.000 δρχ.). Πιστωτικά υπόλοιπα του τρεχούμενου αυτού λογαριασμού υπερβαίνοντα το ποσό αυτό υπόκεινται εξ ολοκλήρου στο οικείο τέλος χαρτοσήμου (άρθρο 15 παρ. 5γ' εδάφιο πέμπτο Κ.Τ.Χ.). Το εκάστοτε πιστωτικό υπόλοιπο των καταθέσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73,37 ευρώ, κατά διαχειριστική περίοδο και όχι κατά μήνα (Διοικ. Δικ. Φορ. Παραβ. 18/1960). Η απαλλακτική αυτή διάταξη δεν καλύπτει και τις καταθέσεις των ετερόρρυθμων εταίρων.
Σημειώνεται, ότι εάν οι ανωτέρω καταθέσεις δεν έχουν ως αιτία δάνειο, δεν οφείλεται γι' αυτές τέλος δανείου, άσχετα αν είναι προσωρινές ή όχι ή αν το πιστωτικό υπόλοιπο αυτών υπερβαίνει ή όχι το ποσό των 73,37 ευρώ (Στ.Ε 317/1974).
δ) Η ανάληψη εκ μέρους εταίρου, μετόχου ή άλλου προσώπου της γενόμενης υπ' αυτού κατάθεσης χρημάτων σε εμπορική εταιρεία ή επιχείρηση, εφόσον, για την κατάθεση αυτή, είχε καταβληθεί το τέλος χαρτοσήμου 1% της ανωτέρω διάταξης (Υπ. Οικ. Σ. 6107/385/Πολ. 185/1980, Σ. 4774/318/Πολ. 141/1981, Εγκ. 11/1981).
ε) Οι καταθέσεις χρημάτων σε ναυτική εταιρεία του Ν.959/1979 από τους μετόχους της, με την προϋπόθεση, ότι η εταιρεία αυτή διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται δικά της πλοία και όχι πλοία τρίτων (άρθρ. 58 παρ. 2δ' και 3 Ν. 959/1979, Υπ. Οικ. Εγκ. 32/1979).
στ) Οι καταθέσεις των μελών αγροτικού συνεταιρισμού σ' αυτόν, καθώς και οι αναλήψεις των καταθέσεων αυτών (άρθρο 35 παρ. 5 Ν. 2810/2000 - ΦΕΚ 61Α).
5. Ειδικά θέματα επί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων.
α) Αναλήψεις (απολήψεις) εταίρου μεγαλύτερες από τα κέρδη της χρήσης, που αναλογούν σ' αυτόν. Κατά τη Διοίκηση (Υπ. Οικ. Δ. 1692/Εγκ. 13/1975), οι αναλήψεις (απολήψεις) χρημάτων ενός εταίρου, κατά τη διάρκεια της χρήσης, εάν είναι μεγαλύτερες από τα κέρδη της χρήσης, που αναλογούν σ' αυτόν, υπόκεινται, κατά τη διαφορά, σε τέλος χαρτοσήμου δανειακής σύμβασης (3% ή 2%, κατά περίπτωση), καθόσον, βάσει της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 5γ' του άρθρου 15 του Κώδικα Χαρτοσήμου, απαλλάσσεται από το τέλος χαρτοσήμου η ανάληψη από εταίρο κερδών έναντι τοιούτων της χρήσης, ήτοι, μέχρι του αναλογούντος ποσού σε κάθε έναν απ' αυτούς.
Φρονούμε ότι οι, κατά τ' ανωτέρω, αναλήψεις (απολήψεις) θα πρέπει να υπόκεινται κατά τη διαφορά όχι σε τέλος χαρτοσήμου δανειακής σύμβασης (3% ή 2%, κατά περίπτωση), αλλά σε τέλος χαρτοσήμου 1%, σύμφωνα με τη διάταξη του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 5γ' του άρθρου 15 του Κώδικα Χαρτοσήμου, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της σύμβασης του δανείου, που ορίζονται στο άρθρο 806 του Αστικού Κώδικα.
β) Καταθέσεις χρημάτων από μετόχους ανώνυμης εταιρείας στην εταιρεία αυτή, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου της. Οι καταθέσεις χρημάτων από μετόχους ανώνυμης εταιρείας στην εταιρεία αυτή, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου της, δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου, ανεξάρτητα αν, για τις καταθέσεις αυτές, είχε προηγηθεί ή όχι απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της ανώνυμης εταιρείας, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου της. Και τούτο, γιατί η αύξηση του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας, ως πράξη συνιστώσα αντικείμενο του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων, οποτεδήποτε γενόμενη, απαλλάσσεται από τα τέλη χαρτοσήμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του περί Φ.Σ.Κ. Νόμου 1676/1986. Αντίθετη εκδοχή, περί επιβολής, δηλαδή, τέλους χαρτοσήμου στις καταθέσεις αυτές, θα προσέκρουε στο άρθρο 10 και στους σκοπούς της κοινοτικής περί φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων Οδηγίας 69/335/1969 Ε.Ο.Κ. Έτσι αποφάνθηκε επί του ανωτέρω θέματος το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφασή του 1470/2002(1).
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται ανάλογα και επί καταθέσεων χρημάτων, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου και των λοιπών, πλην ανωνύμων, εμπορικών εταιρειών (Ο.Ε., Ε.Ε., Ε.Π.Ε.) και εταιρικών επιχειρήσεων εν γένει (κερδοσκοπικών συνεταιρισμών, κοινοπραξιών επιτηδευματιών, κ.λπ.), επειδή και η αύξηση του κεφαλαίου των προσώπων αυτών συνιστά πράξη υποκείμενη στο φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίων, ως αντικείμενο του φόρου αυτού.
* Μετά την ανωτέρω απόφαση του Σ.τ.Ε. (1470/2002), δημιουργήθηκε θέμα στην πράξη σχετικά με το εάν οφείλεται ή όχι τέλος χαρτοσήμου στις καταθέσεις χρημάτων, που γίνονται, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου των εμπορικών εταιρειών, στην περίπτωση της επιστροφής αυτών, λόγω μεταίωσης, για διάφορους λόγους, της αύξησης του κεφαλαίου. Τέτοιοι λόγοι είναι, για παράδειγμα, (α) η απόφαση του, κατά νόμον, αρμόδιου οργάνου της εταιρείας, για μη αύξηση του κεφαλαίου της, (β) η μεταφορά, διά λογιστικής εγγραφής, των χρηματικών καταθέσεων σε άλλον λογαριασμό, διαφορετικό από εκείνο, που είχαν καταχωρηθεί αρχικά, (γ) η διάλυση εμπορικής εταιρείας, πριν αυτή προβεί σε αύξηση του κεφαλαίου της, διά των γενόμενων σ' αυτή σχετικών χρηματικών καταθέσεων, κ.λπ.
Επί του ανακύψαντος ως άνω θέματος υποστηρίχτηκε η ακόλουθη άποψη: Η απαλλαγή από το τέλος χαρτοσήμου της κατάθεσης χρημάτων σε εμπορική εταιρεία, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου της, τελεί υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της πραγματοποίησης της αύξησης αυτής. Σε περίπτωση, όμως, που δεν πραγματοποιηθεί η αύξηση του κεφαλαίου, για οποιονδήποτε λόγο, θα πρέπει η λήπτρια των κατατεθέντων χρημάτων εταιρεία να επιστρέψει αυτά στον καταθέτη, προβαίνουσα σε σχετική εγγραφή στα βιβλία της. Κατά την επιστροφή αυτή θα οφείλεται το τέλος χαρτοσήμου 1% της ανωτέρω διάταξης (άρθρο 15 § 5γ, τέταρτο εδάφο Κ.Τ.Χ.), χωρίς πρόστιμο, επειδή, στην προκειμένη περίπτωση θα πρόκειται, για «ανάληψη χρημάτων από εμπορική εταιρεία», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δηλαδή, για νέα ανεξάρτητη και αυτοτελή συμβατική πράξη.
* Φρονούμε, ότι η ανωτέρω άποψη, ως στερούμενη επαρκούς νομικού ερείσματος, δεν είναι ορθή, για τους εξής λόγους: (α) Η κατάθεση χρημάτων σε εμπορική εταιρεία, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου της, είναι αποτέλεσμα συμφωνίας, ήτοι, συμβάσεως (δικαιοπραξίας), στην οποία ο μεν καταθέτης των χρημάτων επέχει θέση δανειστή (υπό την ευρεία του όρου έννοια), η δε λήπτρια των κατατεθέντων χρημάτων εμπορική εταιρεία επέχει θέση οφειλέτη.
(β) Η, κατά τ' ανωτέρω κατάθεση χρημάτων, ως γενόμενη, για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου εμπορικής εταιρείας, θεωρείται ως «κατάθεση χρημάτων γενόμενη υπό την αναβλητική αίρεση(1) της μελλοντικής αύξησης του κεφαλαίου της», σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 201 του Αστικού Κώδικα(1), επειδή στην εν λόγω κατάθεση συντρέχουν οι όροι της αναβλητικής αίρεσης, που είναι το μέλλον και αβέβαιο γεγονός, δοθέντος, ότι η αύξηση του κεφαλαίου αφενός, μεν, θα γίνει στο μέλλον, αφετέρου, δε, δεν είναι βέβαιο αν αυτή θα πραγματοποιηθεί. Ηρτημένης(2) της αναβλητικής ως άνω αίρεσης (=μελλοντική αύξηση κεφαλαίου), αναβάλλεται η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας (= κατάθεση χρημάτων), ο υπό αίρεση, δε, δικαιούχος (= καταθέτης) έχει το λεγόμενο δικαίωμα προσδοκίας, αναμονής ή ελπίδας (Α.Π. 176/1961, 239/1962, 106/1968)(3). Ματαιωθείσης(4) της αναβλητικής ως άνω αίρεσης (= μη πραγματοποίηση της αύξησης του κεφαλαίου), η δικαιοπραξία (= κατάθεση χρημάτων) θεωρείται ως μηδέποτε γενόμενη (Εφ. Αθ. 2092/1955), δηλαδή, η δικαιοπραξία (= κατάθεση χρημάτων) ματαιώνεται οριστικά και δεν αναπτύσσει τα αποτελέσματά της, ο δε λαβών (= εμπορική εταιρεία) υποχρεούται σε απόδοση των ληφθέντων (= κατατεθέντα χρήματα) στον υπό αίρεση δικαιούχο (= καταθέτη) (Εφ. Θεσ. 340/1954)(3).
(γ) Ενόψει των ανωτέρω, η, διά λογιστικής εγγραφής στα βιβλία, επιστροφή των κατατεθέντων χρημάτων από την εμπορική εταιρεία στον καταθέτη, λόγω ματαίωσης, για οποιονδήποτε λόγο, της αύξησης του κεφαλαίου της, δεν υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου, επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η αρχικώς γενόμενη κατάθεση χρημάτων από τον καταθέτη θεωρείται ως μηδέποτε γενόμενη, και, συνεπώς, η επιστροφή των κατατεθέντων χρημάτων από την εμπορική εταιρεία στον καταθέτη επέχει θέση απλής επιστροφής αχρεωστήτως
καταβληθέντων χρημάτων και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά νέα ανεξάρτητη και αυτοτελή συμβατική πράξη, προϋπόθεση απαραίτητη, για την επιβολή τέλους χαρτοσήμου, είτε βάσει της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 15 παρ. 5γ (εδάφιο τέταρτο), του Κώδικα Χαρτοσήμου, είτε βάσει άλλης διάταξης του ίδιου Κώδικα.
Προς άρση, πάντως, οποιασδήποτε αμφισβήτησης επί του προαναφερόμενου θέματος, επιβάλλεται άμεσα η τροποποίηση, θετικά ή αρνητικά της προαναφερόμενης διάταξης, ως προς το σημείο αυτό.
γ) Καταθέσεις χρημάτων από μετόχους, ή άλλα πρόσωπα, για κάλυψη ζημιών ανώνυμης εταιρείας. Οι καταθέσεις χρημάτων, που γίνονται από αλλοδαπές επιχειρήσεις στις θυγατρικές τους στην Ελλάδα ανώνυμες εταιρείες προς το σκοπό της κάλυψης των ζημιών αυτών, υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου 1%, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5γ' εδάφιο τέταρτο του Κώδικα Χαρτοσήμου, καθόσον το τέλος αυτό οφείλεται ανεξάρτητα από το σκοπό, για τον οποίο γίνεται η κατάθεση, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο, ότι στο νόμο δεν τίθεται καμιά προϋπόθεση ή καμιά επιφύλαξη. Το γεγονός, ότι, για το σκοπό αυτό, εισάγεται συνάλλαγμα από το εξωτερικό δεν ασκεί καμιά επιρροή στην προκειμένη περίπτωση (Υπ. Οικ. Κ.8802/654/1983).
δ) Καταθέσεις χρημάτων από το κεντρικό κατάστημα μιάς επιχείρησης στο υποκατάστημα αυτής. Οι καταθέσεις χρημάτων, που γίνονται από το κεντρικό κατάστημα μιάς επιχείρησης στο υποκατάστημά της, αποτελούν απλή διακίνηση χρημάτων και δεν συνιστούν σύμβαση, αφού λείπει ο αντισυμβαλλόμενος, δοθέντος, ότι το κεντρικό κατάστημα και το υποκατάστημα ανήκουν στο ίδιο νομικό πρόσωπο. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση καταθέσεων χρημάτων μεταξύ υποκαταστημάτων της ίδιας επιχείρησης. Σημειώνεται ότι δεν ασκεί καμιά επιρροή, στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός, ότι, το κεντρικό κατάστημα έχει την έδρα του στην αλλοδαπή και το υποκατάστημα έχει την έδρα του στην Ελλάδα (Πρβλ. Σ.τ.Ε. 3445/1976, 2151/1984).
ε) Καταθέσεις στην αλλοδαπή των συναλλαγματικών διαθεσίμων των τραπεζών, που λειτουργούν στην Ελλάδα. Οι καταθέσεις αυτές, καθώς και οι αναλήψεις των καταθέσεων αυτών, απαλλάσσονται από τα τέλη χαρτοσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν. 4171/1961, όπως ισχύει. Επίσης, με την ίδια διάταξη απαλλάσσονται από το τέλος, χαρτοσήμου και οι τόκοι, που απορρέουν από τις άνω καταθέσεις (Υπ. Οικ. Εγκ. 26/1979).
στ) Συμπληρωματικές εισφορές, επέχουσες θέση καταθέσεων, που καταβάλλονται από εταίρους ΕΠΕ, για κάλυψη ζημιών, οι οποίες έχουν βεβαιωθεί στον ισολογισμό. Οι συμπληρωματικές εισφορές, που καταβάλλονται από εταίρους ΕΠΕ, για την κάλυψη των ζημιών αυτών, υπόκεινται στο τέλος 1% της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 5γ' εδάφιο τέταρτο του Κώδικα Χαρτοσήμου, καθόσον οι εισφορές αυτές αποτελούν καταθέσεις χρημάτων προς τις ΕΠΕ (Υπ. Οικ. Κ. 4180/553/1983).
ζ) Κατάθεση χρημάτων σε ελληνική εμπορική εταιρεία ή επιχείρηση από εταίρο, μέτοχο ή τρίτο, δι' αποστολής των χρημάτων αυτών, μέσω τραπεζικού εμβάσματος αλλοδαπής τράπεζας, που εδρεύει στην αλλοδαπή. Εταίρος, μέτοχος ή τρίτος, που βρίσκεται στην αλλοδαπή, επιθυμεί να καταθέσει σε εμπορική εταιρεία ή εταιρική επιχείρηση εν γένει, που εδρεύει στην Ελλάδα, ένα χρηματικό ποσό. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού ο εταίρος, μέτοχος ή τρίτος ή δίνει εντολή σε εδρεύουσα στην αλλοδαπή τράπεζα να εμβάσει το χρηματικό αυτό ποσό στην εν Ελλάδι εδρεύουσα εμπορική εταιρεία ή επιχείρηση ή καταθέτει το εν λόγω χρηματικό ποσό σε λογαριασμό της ελληνικής εμπορικής εταιρείας ή εταιρικής επιχείρησης, τον οποίο αυτή έχει ανοίξει στην ως άνω αλλοδαπή τράπεζα. Η εμπορική εταιρεία ή εταιρική επιχείρηση, παραλαμβάνουσα το ως άνω χρηματικό ποσό, προβαίνει στη συνέχεια, σε σχετική εγγραφή στα βιβλία της περί καταθέσεως σ' αυτή του χρηματικού αυτού ποσού, πιστώνοντας τον καταθέτη των χρημάτων εταίρο, μέτοχο ή τρίτο. Από και διά της εγγραφής στα βιβλία της εμπορικής εταιρείας ή εταιρικής επιχείρησης της γενόμενης σ' αυτή κατάθεσης του ως άνω χρηματικού ποσού γεννάται και η υποχρέωση, για την καταβολή του τέλους χαρτοσήμου 1% της ανωτέρω διάταξης (άρθρο 15 παρ. 5γ', εδάφιο τέταρτο Κ.Τ.Χ.), αφενός, μεν, γιατί η κατάθεση του χρηματικού ποσού θεωρείται, ότι γίνεται, κατά νόμον, στην Ελλάδα (εκτέλεση στην Ελλάδα), αφετέρου, δε, γιατί ουδεμία σύμβαση συνάπτεται στην αλλοδαπή μεταξύ του καταθέτοντος το χρηματικό ποσό προσώπου (εταίρου, μετόχου ή τρίτου) και της εμπορικής εταιρείας ή εταιρικής επιχείρησης. *
 
 
 
(1) Επί του ανωτέρω θέματος βλέπετε, επίσης, και σχετικό «άρθρο» του Π. Ρέππα στο Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας έτους 2003, σελ. 584.
 
(1) Άρθρο 201 Α.Κ. «Εάν διά της δικαιοπραξίας τα αποτελέσματα αυτής εξαρτήθηκαν εκ γεγονότος μέλλοντος και αβεβαίου (αίρεσις αναβλητική), ταύτα επέρχονται άμα ως συμβεί το γεγονός (πλήρωσις της αιρέσεως)». Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «αναβλητική αίρεση» είναι η αίρεση (ο όρος), που τίθεται σε μία δικαιοπραξία, η οποία (αίρεση) αναβάλλει τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας,τα οποία επέρχονται, όταν συμβεί το μέλλον και αβέβαιο γεγονός.
(2) Στάδιο «ηρτημένης αναβλητικής αίρεσης» είναι το στάδιο, κατά το οποίο αναβάλλεται η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας. Κατά το στάδιο αυτό υπάρχει αβεβαιότητα αν θα πληρωθεί ή ματαιωθεί η αίρεση, υπάρχει, δηλαδή, μία μετέωρη κατάσταση, ως προς την ενέργεια της δικαιοπραξίας.
(3) Βλέπετε και Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου: Γενικαί Αρχαί, σελ. 336, 337.
(4) Στάδιο «ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης» είναι το στάδιο, κατά το οποίο δεν πληρούται η αίρεση και τούτο λαμβάνει χώρα όταν δεν συμβεί το μέλλον και αβέβαιο γεγονός, με συνέπεια την οριστική ματαίωση της δικαιοπραξίας.

ΠΗΓΗ:Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Διαχειριστής δεν υποχρεούται σε απαντήσεις επί των σχολίων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα δίδονται έναντι αμοιβής, όπως αναφέρεται σχετικά στο πάνω μέρος του ιστολογίου στο κουτάκι με το τίτλο ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ.