Για τα ερωτήματά σας προτιμήστε την αποστολή email (simvoulatoras@gmail.com) ή την συμπλήρωση της φόρμας με τον τίτλο «Ρωτήστε μας» που υπάρχει κάτω ακριβώς από τον τίτλο του ιστολογίου. Ελάχιστη αμοιβή 20 ευρώ +Φπα 24%. Ελάχιστη αμοιβή για ραντεβού 50 ευρώ +Φπα 24%.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Φυσικά πρόσωπα μη μισθωτοί που δεν υπόκεινται στις ρυθμίσεις των ΕΛΠ

Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν 4308/2014 (ΕΛΠ), δεν υπόκεινται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού ορισμέναφυσικά πρόσωπα, τα οποία εμπίπτουν στην παρ. 2γ του άρθρου 1 του ίδιου νόμου. Υπενθυμίζεται ότι η παρ. 2γ του άρθρου 1 αναφέρεται στις παρακάτω οντότητες:
«Ετερόρρυθμη εταιρεία,  ομόρρυθμη εταιρεία, ατομική επιχείρηση και κάθε άλλη οντότητα του ιδιωτικού τομέα που υποχρεούται στην εφαρμογή αυτού του νόμου από φορολογική ή άλλη νομοθετική διάταξη.»
Τα φυσικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην παραπάνω περίπτωση και που απαλλάσσονται από τις ρυθμίσεις του νόμου για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα είναι:
α) Ο αγρότης του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ του Ν 2859/2000, βάσει ύψους ακαθάριστων εσόδων του από την πώληση αγροτικών προϊόντων παραγωγής του και από την παροχή αγροτικών υπηρεσιών, ή του ποσού των δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης που λαμβάνουν, ανά φορολογικό έτος.
Τα ποσοτικά κριτήρια ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
β) Το φυσικό πρόσωπο, που ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση, πωλεί προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες, εφόσον οι συναλλαγές αυτές στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ ετησίως.
γ) Ο δημόσιος ή ο ιδιωτικός υπάλληλος ή ο συνταξιούχος που είναι συγγραφέας ή εισηγητής εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σεμιναρίων, εφόσον δεν ασκεί άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η μη υπαγωγή των προσώπων αυτών στα ΕΛΠ, σημαίνει ότι δεν έχουν την υποχρέωση να εκδίδουν παραστατικά πωλήσεων (τιμολόγια κ.λπ.) και να τηρούν λογιστικά βιβλία, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν 4308/2014.
Ας εξετάσουμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά.
(α) Αγρότες του ειδικού καθεστώτος του Κώδικα ΦΠΑ (άρθρα 41 και 42 Ν 2859/2000)
Η περίπτωση (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 39 αναφέρεται στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος του ΦΠΑ (Ν. 2859/2000). Βάσει του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ (όπως αυτό ισχύει μετά τον Ν 4254/2014), οι αγρότες, οι οποίοι κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο πραγματοποίησαν ακαθάριστα έσοδα από την πώληση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και την παροχή αγροτικών υπηρεσιών, κατώτερα των 15.000 ευρώ και δικαιούνταν να λάβουν ποσά ενιαίας ενίσχυσης κατώτερα των 5.000 ευρώ, υπάγονται στο ειδικό καθεστώς του άρθρου αυτού (41). Ωστόσο, η απαλλαγή τους από τις ρυθμίσεις των ΕΛΠ, παρέχεται με τα ίδια μεν κριτήρια, δηλαδή: το ύψος των ακαθάριστων εσόδων από την πώληση αγροτικών προϊόντων και την παροχή αγροτικών υπηρεσιών ή το ύψος του ποσού που εισέπραξαν από δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, αλλά με απόφαση του ΓΓΔΕ. Επίσης, σημειώνεται ότι οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΦΕ (Ν 4172/2013), αποκτούν εισόδημα από (αγροτική) επιχειρηματική δραστηριότητα και υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος. Συνεπώς τα πρόσωπα αυτά οφείλουν να τεκμηριώνουν τα εισοδήματά τους με κάθε πρόσφορο τρόπο ή μέσο, όπως πχ έκδοση και τήρηση αποδείξεων είσπραξης για τις πωλήσεις που διενεργούν σε ιδιώτες καταναλωτές, τήρηση κάθε άλλου αρχείου (καταγραφή σε καταστάσεις ή σε ηλεκτρονικά φύλλα) με τα δεδομένα των πωλήσεών τους, τήρηση αρχείου της παραγωγής τους σε ποσότητα και τιμή πώλησης, κλπ. Αυτονόητο είναι ότι τα εισοδήματα των αγροτών του ειδικού καθεστώτος που προέρχονται από πωλήσεις, τις οποίες διενεργούν προς οντότητες υποκείμενες στα ΕΛΠ (π.χ. συνεταιρισμοί, επιχειρήσεις εμπορίας ή κατεργασίας αγροτικών προϊόντων, κλπ.), προκύπτουν από τα σχετικά παραστατικά που εκδίδουν οι αγοράστριες ή διαμεσολαβούσες οντότητες (τιμολόγια αγοράς).
(β) Φυσικά πρόσωπα με ευκαιριακή απασχόληση
Η περίπτωση (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του νόμου αναφέρεται στα φυσικά πρόσωπα τα οποία ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες. Τα πρόσωπα αυτά, δεν έχουν υποχρέωση να τηρούν τα ΕΛΠ, εφόσον το εισόδημα που αποκτούν από τις συναλλαγές αυτές δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ ετησίως, ενώ ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται ευκαιριακό. Ως ευκαιριακή παρεπόμενη δραστηριότητα χαρακτηρίζεται η δραστηριότητα που δεν ασκείται κατά σύστημα και μπορεί να αποδειχτεί από τα πραγματικά περιστατικά. Τέτοια πραγματικά περιστατικά αποτελούν ιδίως η συνέχεια ή μη της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, η ύπαρξη ιδιαίτερης επαγγελματικής εγκατάστασης (όχι κατοικία), η ύπαρξη ιδιαίτερου εξοπλισμού ή μηχανικών μέσων για την παροχή των υπηρεσιών αυτών ή την παραγωγή των αγαθών ή την απόκτηση αγαθών με σκοπό την, εν συνεχεία, μεταπώληση, και γενικότερα το γεγονός ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών ή η πώληση των αγαθών, ενδέχεται να έχει τα χαρακτηριστικά της οργανωμένης επιχείρησης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 8 του Ν 4308/2014, οι οντότητες που υπάγονται στα ΕΛΠ, όταν συναλλάσσονται ως αγοραστές με πρόσωπα μη υπόχρεα στην έκδοση τιμολογίου, όπως είναι τα συγκεκριμένα της περίπτωσης αυτής, εκδίδουν σχετικό παραστατικό προς τεκμηρίωση και αναγνώριση της συναλλαγής (πρώην «Απόδειξη δαπάνης», ή «Τίτλος κτήσης» κ.λπ.), αλλά και για την διασφάλιση υποβολής των εισοδημάτων αυτών σε φορολογία. Το παραστατικό εκδίδεται και παραδίδεται στα μη υπόχρεα σε τήρηση των ΕΛΠ, πρόσωπα.
Το παραστατικό αυτό αναφέρει:
1. Την ημερομηνία έκδοσης.
2. Την επωνυμία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του αντισυμβαλλόμενου.
3. Την ποσότητα και το είδος των παραδιδόμενων αγαθών ή την έκταση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών.
4. Την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε ή ολοκληρώθηκε η παράδοση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών.
5. Την αξία μονάδας αγαθού ή υπηρεσίας, κατά περίπτωση, και το συνολικό ποσό της συναλλαγής.
6. Το είδος και το ποσό τυχόν φορολογικών επιβαρύνσεων.
Σε κάθε περίπτωση, όπως έχουμε επισημάνει και σε προηγούμενα σημειώματα, όσοι δεν ασκούν συστηματικά επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά αποκτούν εισόδημα από περιστασιακή εργασία, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται άσκηση δραστηριότητας (ή άσκηση πρώην ελευθερίου επαγγέλματος), δεν υπάγεται σε παρακράτηση φόρου 20%, όπως συνέβαινε με τις διατάξεις του «παλαιού» ΚΦΕ.
Παραμένει πάντως η κράτηση τελών αναλογιστικού χαρτοσήμου (+ ΟΓΑ).
Ενδεικτικές περιπτώσεις που εμπίπτουν στην περίπτωση (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 39 είναι:
1. Τα φυσικά πρόσωπα όπως φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι κ.λπ., που συμβάλλονται με εταιρείες ερευνών με συμβάσεις έργου ή όχι.
2. Τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν πωλήσεις με το σύστημα της κατ’ οίκον επίδειξης, ως αντιπρόσωποι πωλητές (dealers).
3. Οι ιδιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές, μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες κ.λπ. οι οποίοι μετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα επιχορηγούμενα ή μη, τα οποία εκτελούνται τόσο από οντότητες που υπάγονται στα ΕΛΠ, όσο και από διάφορους άλλους φορείς.
4. Οι διερμηνείς ή μεταφραστές, με την προϋπόθεση της ευκαιριακής απασχόλησης.
Ωστόσο παράλληλα έχει ισχύ και η διάταξη του άρθρου 21, παρ. 3 του ΚΦΕ (Ν 4172/2013) η οποία προβλέπει ότι «ως επιχειρηματική συναλλαγή θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων».  
Κατά συνέπεια, τυχόν συστηματική κατά τα ανωτέρω διενέργεια συναλλαγών θεωρείται εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
(γ) Δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι ή συνταξιούχοι που είναι συγγραφείς κ.λπ.
Η περίπτωση (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του νόμου αναφέρεται σε εισόδημα που αποκτούν οι δημόσιοι ή οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ή οι συνταξιούχοι, οι οποίοι είναι συγγραφείς ή εισηγητές εκπαιδευτικών προγραμμάτων (π.χ. μεταπτυχιακά) και σεμιναρίων (π.χ. ημερίδες), εφόσον δεν ασκούν άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την Λογιστική Οδηγία της ΕΛΤΕ, η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει και τα μέλη ΔΕΠ ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και τους δημόσιους ή ιδιωτικούς υπαλλήλους ή συνταξιούχους, μέλη του Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Σ.Ε.Π.) του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π).
Όπως σημειώθηκε στην προηγούμενη περίπτωση (β), οι οντότητες που υπάγονται στα ΕΛΠ, όταν συναλλάσσονται ως αγοραστές ή λήπτες υπηρεσίας με πρόσωπα μη υπόχρεα στην έκδοση τιμολογίου, εκδίδουν σχετικό παραστατικό προς τεκμηρίωση και αναγνώριση της συναλλαγής τους. Κατά την ίδια έννοια και για τα πρόσωπα της περίπτωσης αυτής, παραστατικό θα εκδίδει ο καταβάλλων την αμοιβή, με τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Επισημάνσεις:
Τέλος, ιδιαίτερα επισημαίνεται ότι τα φυσικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες ή πωλούν αγαθά λιανικώς, άρα αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, είναι υπόχρεα εφαρμογής των ΕΛΠ, δεδομένου ότι η διενέργεια αυτών των πράξεων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευκαιριακή.
Διευκρινίζεται πάντως, ότι η συμπτωματική  πώληση προσωπικών περιουσιακών στοιχείων, όπως ακίνητων, ΙΧΕ αυτοκινήτου, οικοσκευής κλπ.) σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται υποχρέωση υπαγωγής στα ΕΛΠ.
 Νίκος Σγουρινάκης
 ΠΗΓΗ http://epixeirisi.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Διαχειριστής δεν υποχρεούται σε απαντήσεις επί των σχολίων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα δίδονται έναντι αμοιβής, όπως αναφέρεται σχετικά στο πάνω μέρος του ιστολογίου στο κουτάκι με το τίτλο ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.