Για τα ερωτήματά σας προτιμήστε την αποστολή email (simvoulatoras@gmail.com) ή την συμπλήρωση της φόρμας με τον τίτλο «Ρωτήστε μας» που υπάρχει κάτω ακριβώς από τον τίτλο του ιστολογίου. Ελάχιστη αμοιβή 20 ευρώ +Φπα 23%. Ελάχιστη αμοιβή για ραντεβού 50 ευρώ +Φπα 23%.

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Ποινική Προστασία του Μισθού



Της Ουρανίας Ζερβομπεάκου, δικηγόρου παρ Αρείω Πάγω
 
«Ο ΜΙΣΘΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ Αναζητήσεις και Σύγχρονοι Προβληματισμοί»


Προβληματισμοί γύρω από την Ποινική Προστασία του Μισθού
13ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΔΕΚΑ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί εισήγηση της δικηγόρου Αθηνών κας Ουρανίας Β. Ζερβομπεάκου στο 13ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Εταιρείας Δικαίου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΔΕΚΑ), που πραγματοποιήθηκε στην Καλαμάτα στις 7 και 8 Ιουνίου 2013, σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Καλαμάτας*.

Η οικονομική κρίση των τελευταίων τεσσάρων ετών οδήγησε στη θέσπιση μιας σειράς  νομοθετημάτων, η συνταγματικότητα των οποίων αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται έντονα.
Έτσι σειρά ρυθμίσεων, δυστυχώς, οδήγησαν στην απορρύθμιση του εργατικού δικαίου σε πολλαπλά επίπεδα.
Ενδεικτικά αναφέρονται :
-       οι  απανωτές μειώσεις των μισθών ως μέσο αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης,
-       οι μειώσεις των αποζημιώσεων απόλυσης, 
-       η αποδυνάμωση των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων προς όφελος των επιχειρησιακών και των ατομικών συμβάσεων εργασίας,
-       η μείωση της μετενέργειάς τους από 6 σε 3 μήνες,
-       η αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής ικανότητας των εργαζομένων,
-       ο περιορισμός του ρόλου του ΟΜΕΔ κ.λ.π.
Δυστυχώς, η δημοσιονομική κρίση χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται σε βάρος του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων. Οι «δημοσιονομικές σπατάλες» χρησιμοποιήθηκαν, ως αφορμή, για τις περικοπές μισθών και άλλων κοινωνικών παροχών στο σύνολο σχεδόν των εργαζομένων.

Βέβαια, η κρίση έπληξε και το σύνολο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες κάτω από το βάρος των ολοένα αυξανομένων οφειλών, των φορολογικών επιβαρύνσεων κλπ, είτε καθυστερούν να καταβάλουν τους μισθούς των εργαζομένων τους, είτε κλείνουν, αφήνοντας απλήρωτο το προσωπικό τους, το οποίο αναγκάζεται να καταφύγει στις χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες με αμφίβολα αποτελέσματα.
Παράλληλα, η κρίση, έδωσε την αφορμή και σε κακόπιστους εργοδότες να καθυστερούν την καταβολή του μισθού, δολίως, για λόγους κερδοσκοπικούς και όχι λόγω  πραγματικής οικονομικής αδυναμίας.

Μέσα σ’ αυτόν, λοιπόν, τον καταιγισμό  των αντισυνταγματικών εργατικών διατάξεων, η προστασία του μισθού είναι περισσότερο από ποτέ  επιβεβλημένη και αναγκαία δεδομένου ότι ο μισθός αποτελεί το βασικό, εάν όχι το μοναδικό μέσο βιοπορισμού του εργαζομένου.

Πως προστατεύεται λοιπόν σήμερα ο μισθός και τι δικαιούται ο εργαζόμενος όταν δεν του καταβάλλεται έγκαιρα;

Κατ’αρχάς σημαντικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα προσφέρουν επαρκή ασφάλεια για την κατοχύρωση του μισθού.
Έτσι:
α).- Το άρθρο 664 ΑΚ απαγορεύει το συμψηφισμό του μισθού από τον εργοδότη με εξαίρεση τη ζημία που έχει υποστεί με δόλο του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του.   
β).- Ο μισθωτός δεν δύναται να παραιτηθεί από δικαιώματά του που προκύπτουν από κανόνες δημοσίας τάξεως. Ο μισθός είναι το μοναδικό βιοποριστικό μέσο που έχει ο εργαζόμενος. Για το λόγο αυτό υπάρχει ένα πλέγμα ειδικότερων διατάξεων (άρθρο 679 ΑΚ) μέσω των οποίων  προστατεύεται ο μισθωτός  σε περίπτωση  που είτε οικειοθελώς, είτε κατόπιν ασκήσεως πιέσεων από τον εργοδότη, προβεί σε δήλωση παραιτήσεως  από αξιώσεις του που έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. (νόμιμος μισθός, επιδόματα εορτών, λήψη αδείας κλπ).
Στο βαθμό λοιπόν που δεν επιτρέπεται παραίτηση του μισθωτού από μισθολογικές του αξιώσεις, δεν επιτρέπεται και ο συμβιβασμός, διότι διαφορετικά θα μπορούσε να καταστρατηγηθεί η αρχή της απαγόρευσης παραίτησης από μισθό, από συμβιβασμούς που ουσιαστικά θα περιείχαν παραιτήσεις.

γ).- Η προνομιακή ικανοποίηση των μισθολογικών αξιώσεων του μισθωτού.
Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του εργοδότη οι εργατικές αξιώσεις ήταν  και είναι εξοπλισμένες με γενικό προνόμιο κατ’άρθρο 975 ΚΠολΔ. Έτσι στον πίνακα κατάταξης των δανειστών, οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή της εξηρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην (3η) τρίτη τάξη, εφ’όσον έχουν προκύψει μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 του Ν. 4141/2013 (“Επενδυτικά Εργαλεία Ανάπτυξης Παροχής Πιστώσεων και Άλλες Διατάξεις”), το προνόμιο του Ελληνικού Δημοσίου για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από φόρο προστιθέμενης αξίας επί πλειστηριασμών, πτωχεύσεων και εκκαθαρίσεων, ορίσθηκε  ότι κατατάσσεται στη δεύτερη (2η) θέση του πίνακα κατάταξης δανειστών.
Επισημαίνεται ότι  με βάση την ανωτέρω νέα νομοθετική ρύθμιση  σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι  απαιτήσεις των κοινωνικοασφαλιστικών φορέων εντάχθηκαν στην τρίτη (3η) τάξη των γενικών προνομίων του πίνακα κατάταξης των δανειστών, μαζί με τις απαιτήσεις των εργαζομένων, των δικηγόρων, των δασκάλων, κ.λπ., οπότε και επέρχεται σύμμετρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των ασφαλιστικών ταμείων με τους εργαζομένους,  κατ’ ουσίαν εξανεμίζεται η δυνατότητα ικανοποίησης των τελευταίων για οφειλόμενα δεδουλευμένα και αποζημιώσεις,  αν μάλιστα ληφθούν υπ’όψιν  οι χαμηλές τιμές στις οποίες είθισται να εκπλειστηριάζονται τα ακίνητα. Κατά αυτόν  τον τρόπο εξαλείφεται ουσιαστικά οποιοδήποτε προνόμιο εργατικής απαίτησης.
δ).- Απαγόρευση κατασχέσεως μισθού.
Κατά το άρθρο 664 παρ. 3 ΑΚ ο μισθός αφού δεν υπόκειται σε συμψηφισμό είναι και ακατάσχετος. (με εξαίρεση τις απαιτήσεις από διατροφή).

Η προστασία του μισθού θα μπορούσε να κατηγοριοποηθεί σε δύο φάσεις:
Α.- Στην Εξωδικαστική Προστασία του Μισθού:
1).-  Προσφυγή στο ΣΕΠΕ με ταυτόχρονη υποβολή καταγγελίας για τις εργατικές παραβάσεις.
2).- Επίσχεση εργασίας.
3).- Ο εργαζόμενος δύναται, επίσης, να θεωρήσει την καθυστέρηση των δεδουλευμένων του ως βλαπτική μεταβολή με τα συναφή δικαιώματα, εφ’όσον η καθυστέρηση γίνεται συστηματικά και οφείλεται σε δόλο του εργοδότη και να θεωρήσει τη σύμβασή του καταγγελθείσα από τον εργοδότη με βάση το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 αιτούμενος αποζημίωση.

Β.- Στη Δικαστική Προστασία Μισθού:
Αν οι εξωδικαστικές ενέργειες του εργαζομένου προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εργατικές απαιτήσεις του δεν τελεσφορήσουν, τότε η εργατική διαφορά μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου αναγκαστικά πρέπει να επιλυθεί δια της δικαστικής οδού.

1).- Άσκηση αγωγής κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (663 επ. ΚΠολΔ) και λήψη ασφαλιστικών μέτρων δια της οποίας ο εργαζόμενος αιτείται την προσωρινή επιδίκαση των απαιτήσεών του (728 ΚΠολΔ).
2).- Να ζητήσει την κήρυξη του εργοδότη σε πτώχευση, αν είναι έμπορος.
3).- Ποινικές κυρώσεις για τον εργοδότη δια της υποβολής μηνύσεως.

ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
1).- Προσφυγή στην Τοπική Επιθεώρηση Εργασίας:
Σύμφωνα με το Νόμο 3996/2011 «περί αναμόρφωσης του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις»  στο  άρθρο 3, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν. 4144/2013 Περί Συμφιλιωτικής Διαδικασίας – Επίλυσης Διαφορών, προβλέπονται δύο διαφορετικές διαδικασίες: Στην μεν πρώτη το ΣΕΠΕ παρεμβαίνει συμφιλιωτικά μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος από τις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων ή τις οργανώσεις των εργοδοτών ή και από τον εργοδότη ατομικά για οποιοδήποτε θέμα προκαλεί διένεξη ή διαφωνία με αφορμή τη σχέση εργασίας, και αν ακόμη δεν αποτελεί αντικείμενο συλλογικής σύμβασης. Συμφιλιωτική διαδικασία δεν διεξάγεται για υποθέσεις αρμοδιότητας του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ), όπως αυτές καθορίζονται στο ν. 1876/1990. Στη διαδικασία αυτή τα μέρη δύνανται να παρασταθούν συνολικά μέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, πέραν των νομικών συμβούλων.
Στη δε δεύτερη διαδικασία της επίλυσης των εργατικών διαφορών γίνεται προσπάθεια επίλυσης των κάθε είδους διαφωνιών μεταξύ εργαζομένου ή εργαζομένων και εργοδότη που πηγάζουν από τη σχέση εργασίας αναφορικά με την εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.
Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς τα μέρη υποχρεούνται να παρασταθούν αυτοπροσώπως είτε με νόμιμο εκπρόσωπο, είτε με άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Μετά το πέρας της συζήτησης συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται από τα παριστάμενα μέρη και τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, ο οποίος υποχρεούται στη διατύπωση άποψης επί της διαφοράς. Εάν απουσιάζει ένα από τα μέρη, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων καταγράφει τις απόψεις του παρισταμένου μέρους και, αν η απουσία είναι αδικαιολόγητη, θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών αυτού. Συγχρόνως, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων μπορεί να επιβάλει στο απόν μέρος τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 24 του ως άνω νόμου, ύστερα από παροχή γραπτών εξηγήσεων.
Αν οι παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας συνιστούν ποινικά αδικήματα ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων υποβάλλει μήνυση ή μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο Εισαγγελέα
Έτσι στα πλαίσια της ανωτέρω αρμοδιότητας του ΣΕΠΕ ο εργαζόμενος, εφ’όσον ο εργοδότης αρνείται την καταβολή του μισθού του, δύναται να υποβάλει καταγγελία στο κατά τόπο αρμόδιο ΣΕΠΕ κατά του εργοδότη του. Το ΣΕΠΕ συντάσσει το «Δελτίο Εργατικής Διαφοράς» στο οποίο περιέχονται οι θέσεις τουλάχιστον των δύο μερών, εργαζόμενου- εργοδότη και  η θέση του ίδιου του Επιθεωρητή για το θέμα της εργατικής διαφοράς. Το Δελτίο Εργατικής Διαφοράς δεν είναι απόφαση και δεν συνιστά εκτελεστό τίτλο, απλά έχει διαπιστωτικό και γνωμοδοτικό χαρακτήρα εφ’όσον εκφράζονται οι απόψεις του Επιθεωρητή Εργασίας.
Ο ρόλος του Επιθεωρητή Εργασίας είναι συμφιλιωτικός, και σε καμμία περίπτωση δεν  έχει αρμοδιότητα καταδίκης του εργοδότη στην καταβολή των οφειλομένων στο μισθωτό (πλην της πιθανής επιβολής διοικητικών κυρώσεων).
Η διαδικασία βέβαια ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να έχει σημαντικά αποτελέσματα για το μέλλον της εργατικής αξίωσης, είτε διότι μπορεί ο εργοδότης να συνομολογήσει, έστω έμμεσα, την απαίτηση του εργαζομένου, είτε ο Επιθεωρητής να διατυπώσει ευνοϊκές απόψεις και ισχυρισμούς για τις εργατικές αξιώσεις του εργαζομένου,  είτε να καταβληθούν τα οφειλόμενα ενώπιον του τελευταίου και να κλείσει η εκκρεμότητα.
Οι εργατικές παραβάσεις όμως επισύρουν  κατ’αρχάς  διοικητικά πρόστιμα εις βάρος της επιχείρησης.
Έτσι στο άρθρο 23 του ανωτέρω Νόμου προβλέπεται ότι το ΣΕΠΕ  αν διαπιστώσει παραβίαση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είτε χορηγεί κατά την κρίση του εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση προς τις εν λόγω διατάξεις, είτε λαμβάνει άμεσα διοικητικά μέτρα και επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις ή και προσφεύγει στη δικαιοσύνη για την επιβολή των ποινικών κυρώσεων κατά περίπτωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Στο άρθρο 24 του ιδίου ως άνω Νόμου προβλέπονται ειδικώτερα οι εργατικές παραβάσεις και τα πρόστιμα και οι εν γένει κυρώσεις που επισύρουν για μια επιχείρηση.
Κατά δε το άρθρο 28 παρ. 1 του ανωτέρω Νόμου «Κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή τη νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές».
Με την ανωτέρω διάταξη υπήρξε διεύρυνση της ποινικής προστασίας των εργατικών παραβάσεων και αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων σε σχέση με τον ΑΝ 690/1945. Στο βαθμό όμως που η νέα αυτή  διάταξη  του άρθρου 28 του Ν. 3996/2011  προβλέπει την ποινική αντιμετώπιση και της  μη καταβολής των δεδουλευμένων κατά τρόπο αυστηρότερο μάλιστα από τη διάταξη του άρθρου μόνου του  ΑΝ 690/1945, τότε σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΠΚ  «εάν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της, ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις». Κατά συνέπεια για το αδίκημα της μη καταβολής δεδουλευμένων, ο κατηγορούμενος θα διωχθεί με βάση την ευνοϊκότερη διάταξη του άρθρου μόνου  του  ΑΝ 690/1945.

2).- Επίσχεση Εργασίας :
Σύμφωνα με το άρθρο 325 του Αστικού Κώδικα, όταν ο εργοδότης  καθυστερεί να καταβάλει τις αποδοχές που οφείλει στο μισθωτό του για σημαντικό χρονικό διάστημα, τότε αυτός έχει δικαίωμα να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του. Δηλαδή, δικαιούται με μονομερή δήλωσή του (προφορική ή έγγραφη, κατά προτίμηση έγγραφη, και με αποστολή δια δικαστικού επιμελητή για να αποφευχθούν οι αμφισβητήσεις περί της γνώσεως του εργοδότη)  να αρνηθεί να παρέχει την εργασία του, μέχρις ότου καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές του.  Έτσι ο εργοδότης περιέρχεται  σε κατάσταση υπερημερίας, με όλες τις απορρέουσες γι’ αυτόν απέναντι στο μισθωτό υποχρεώσεις, δηλαδή να του καταβάλει τις αποδοχές και για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η επίσχεση της εργασίας του. Κατά το χρονικό διάστημα που ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης όχι μόνο δεν υποχρεούται να προσφέρει εργασία, αλλά δικαιούται και να απασχοληθεί αλλού για να καλύψει τις βασικές βιοτικές του ανάγκες. Πρέπει παράλληλα όμως να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος προς εργασία στη διάθεση του εργοδότη, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αρθεί η υπερημερία του.  

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ

Πέραν της εργατικής αγωγής, της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων  και της κήρυξης του εργοδότη σε κατάσταση πτωχεύσεως, ο εργαζόμενος δύναται να υποβάλει μήνυση κατά του εργοδότη του είτε μέσω του αρμοδίου Εισαγγελέως, είτε στο Αστυνομικό Τμήμα, είτε με δήλωσή του στο αρμόδιο ΣΕΠΕ, όπου έχει προβεί στην σχετική καταγγελία για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων του αν και στην τελευταία περίπτωση ο Επιθεωρητής Εργασίας είναι πλέον υποχρεωμένος να υποβάλει μήνυση ή μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο Εισαγγελέα για την άσκηση ποινικής δίωξης.
Είναι προφανές ότι η επιβεβλημένη ανάγκη για την εξασφάλιση της καταβολής των αποδοχών του εργαζομένου οδήγησε στην ποινικοποίηση της μη εκπλήρωσης  μιας αμιγώς ενοχικής υποχρέωσης.
Διότι ο μισθός δεν αποτελεί μόνο την αντιπαροχή του εργοδότη προς τον εργαζόμενο για την προσφορά της εργασίας του τελευταίου. Αλλά και το μοναδικό μέσο επιβίωσής του και αξιοπρεπούς διαβίωσης. Για το λόγο άλλωστε αυτό προέκυψε και η ανάγκη εξασφάλισης ενός σταθερού εισοδήματος που θα είναι ανάλογο με τις κοινωνικές του ανάγκες με τη χορήγηση παροχών ανεξάρτητα από την ποσότητα ή την παροχή της εργασίας. Έτσι διαμορφώθηκε η έννοια του κοινωνικού μισθού.
Δεδομένου λοιπόν ότι η ανταλλακτική οικονομική αξία και ο ανταλλακτικός χαρακτήρας του μισθού προστατεύεται από τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου κρίθηκε αναγκαία η πρόβλεψη και ποινικών κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη.
               Έτσι η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου, είτε αυτή συνιστά απλή καθυστέρηση, είτε ματαίωση συνιστά και ποινικό αδίκημα. Η διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το ιδιώνυμο αυτό έγκλημα, που συνίσταται στη μη εκπλήρωση μίας ενοχικής υποχρέωσης, όπως είναι εκείνη από το άρθρο 653 του ΑΚ κατά το οποίο «ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνημένο ή το συνηθισμένο μισθό», είναι εκείνη του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή : «Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας,  οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφορμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ».
               Πρόκειται για γνήσιο έγκλημα παράλειψης  το οποίο κατά την κρατούσα γνώμη στη νομολογία είναι στιγμιαίο. Υποστηρίζεται, πάντως, τόσο στη νομολογία όσο και στην επιστήμη και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία το έγκλημα είναι διαρκές (όπως και το αντίστοιχο της μη καταβολής διατροφής), γεγονός που έχει πρακτική σημασία για τα χρονικά όρια εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας και την παραγραφή του εγκλήματος. Η αποδοχή της άποψης περί στιγμιαίου εγκλήματος σημαίνει ότι αυτό συντελείται την δήλη ημέρα κατά την οποία ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει το μισθό (δηλαδή κατά κανόνα – ελλείψει αντίθετης συμφωνίας ή ρύθμισης από το νόμο- με βάση την ΑΚ 655 μετά την παροχή της εργασίας), η αυτόφωρη διαδικασία μπορεί να κινηθεί εφόσον ο τελευταίος συλληφθεί μέχρι και την επόμενη ημέρα από την δήλη αυτή ημέρα και η πενταετής παραγραφή (ΠΚ 111 παρ. 2) αρχίζει από τη δήλη αυτή ημέρα που ο εργοδότης κατέστη υπερήμερος χωρίς να είναι αναγκαία όχλησή του. 
 
Αντίθετα, αν το έγκλημα χαρακτηρισθεί ως διαρκές, όπως δέχεται η μειοψηφούσα άποψη, αυτό σημαίνει ότι τελείται ενόσω ο δράστης εργοδότης παραλείπει να καταβάλει το μισθό του εργαζομένου μετά την ανωτέρω δήλη ημέρα, αυτός μπορεί να συλληφθεί και να ακολουθηθεί η αυτόφωρη διαδικασία οποτεδήποτε και η παραγραφή αρχίζει από τη γνώση της παύσης της παράνομης κατάστασης, δηλαδή το έγκλημα αυτό μπορεί να μην παραγραφεί ποτέ. 
 
Μία τρίτη άποψη, τέλος, προσπαθεί να συγκεράσει τις δύο παραπάνω απόψεις, δεχόμενη ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα με διαρκή αποτελέσματα και κατά συνέπεια η μεν παραγραφή αρχίζει με την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής του μισθού, ενώ συγχρόνως προ της παραγραφής μπορεί να εφαρμοσθεί οποτεδήποτε η αυτόφωρη διαδικασία (Σιδέρης σελ. 45-46).
               Η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος προϋποθέτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου, μερική ή πλήρης αδιάφορο). Δεν τελείται το έγκλημα προκειμένου για σύμβαση έργου ή για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή ακόμη και για τη σύμβαση εντολής δικηγόρου αμειβόμενου με πάγια αντιμισθία, όπου ο εργοδότης ευθύνεται μόνο αστικά με βάση τις οικείες διατάξεις. Η διάταξη του α.ν. 690/1945 εφαρμόζεται, εξάλλου, και σε περιπτώσεις άκυρης σύμβασης εργασίας, οπότε οι αξιώσεις του μισθωτού θεμελιώνονται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 5/1998). Άλλωστε ο νόμος αυτός κάνει ρητά λόγο εκτός από συμβάσεις και για σχέσεις εργασίας πάσης φύσεως. 
               Περαιτέρω, ένα από τα σοβαρά ζητήματα που θέτει η διάταξη είναι και το ποιες θεωρούνται «οφειλόμενες αποδοχές» κατά την έννοια της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με αυτή καλύπτονται τακτικές και έκτακτες αποδοχές που συνιστούν μισθό και συνδέονται με πραγματική εργασία. Εξαιρούνται οι παροχές του εργοδότη προς τον εργαζόμενο που δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα. 
Συνεπώς καλύπτονται από την προστατευτική λειτουργία της διάταξης του ανωτέρω Νόμου ενδεικτικά τα εξής:
-       Τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα και αποδοχές αδείας, όσο υπήρχαν ή όπου υπάρχουν πλέον, 
-        Η αμοιβή για εργασία τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, η νυκτερινή εργασία ή  τα οικογενειακά επιδόματα, όπου πλέον καταβάλλονται, . 
-       Οι πρόσθετες οικειοθελείς παροχές του εργοδότη με πρόθεση να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, εφ’όσον επαναλαμβάνονται για μακρύ χρόνο και μάλιστα κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα, 
-       Πάσης φύσεως επιδόματα που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας και αποτελούν τακτικές αποδοχές, όπως της παραγωγής και της τροφής και κατοικίας εφ’όσον δίδονται σταθερά και αδιάλειπτα.
Αντίθετα η αποζημίωση στο 100% για τη μη χορήγηση αδείας έχει χαρακτήρα ποινής και δεν καλύπτεται. 
Επίσης, κατά τη νομολογία εξαιρούνται – σε μία συσταλτική ερμηνεία του όρου «αποδοχές» - όσες παροχές έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα και εκείνες που δεν συνδέονται με πραγματική εργασία.
Όπως :
-       αποζημίωση απόλυσης, (καλύπτεται πια από το άρθρο 28 του Ν. 3996/2011),
-       αποζημίωση λόγω εργατικού ατυχήματος είτε βάσει του ν. 551/1915 είτε βάσει των ΑΚ 914επ,
-        αποδοχές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση, 
-       οι μισθοί υπερημερίας που οφείλονται κατά το διάστημα που εργαζόμενος τελεί σε επίσχεση εργασίας ή σε περίπτωση ακύρου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, 
-       η αμοιβή που οφείλεται στον εργαζόμενο όταν βρίσκεται σε ετοιμότητα εργασίας ή σε διαθεσιμότητα, 
-       οι οικειοθελείς παροχές που δίδονται από ελευθεριότητα κλπ.
Αντίθετα το επίδομα αδείας, επειδή έχει το χαρακτήρα μισθού και όχι αποζημίωσης, καλύπτεται από το ν. 690/1945.
               Για την τέλεση του εγκλήματος του α.ν. 690/1945 απαιτείται από υποκειμενική σκοπιά δόλος του εργοδότη (ΠΚ 26 παρ. 1). Δηλαδή, ο εργοδότης πρέπει να γνωρίζει την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας και την υποχρέωση του να καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές και εν γνώσει του να μην τις καταβάλλει. 
Ένας λόγος άρσης του καταλογισμού θα ήταν πραγματική πλάνη ως προς την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών όταν ο εργαζόμενος δεν προσέρχεται αδικαιολόγητα στην υπηρεσία του (βλ. σχετικά ΑΠ 757/1985). 
Επίσης η διάγνωση από το δικαστή της πραγματικής οικονομικής αδυναμίας του εργοδότη για την καταβολή των δεδουλευμένων συνιστά έλλειψη δόλου.
               Υποκείμενο του εγκλήματος δεν είναι μόνο ο εργοδότης, αλλά όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διάταξης οποιοδήποτε πρόσωπο είναι επιφορτισμένο με την πληρωμή των αποδοχών των εργαζομένων. 
               Ειδικά για τις κεφαλαιουχικές εταιρείες, όπου υπάρχουν μέτοχοι με δεσπόζουσα θέση στην εταιρεία και οι οποίοι εν τοις πράγμασι  συμμετέχουν στη διοίκηση της  (είτε αμέσως, είτε εμμέσως μέσω «αχυρανθρώπων»), πρέπει ενδεχομένως να εξεταστεί η δυνατότητα μερικής άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ώστε να διευρυνθεί ο κατάλογος των προσώπων που ευθύνονται για την καταβολή των δεδουλευμένων και ίσως όχι μόνο. Ίσως και για τις φορολογικές οφειλές και την μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών.
Επίσης, παγίως γίνεται δεκτό από τη Νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων ότι από την καθυστέρηση καταβολής αποδοχών βάσει του Α.Ν. 690/1945 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, δεν παράγεται αξίωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914, 297 και 298 ΑΚ (ΑΠ 1346/2002 ΕλΔνη 45/555 και ΕφΑθηνών 7982/2000 ΕλλΔνη 43/806), δεδομένου ότι με την παράλειψη της πληρωμής που ανάγεται με το Νόμο αυτό σε ποινικό αδίκημα, δεν χάνει ο εργαζόμενος τις καθυστερούμενες αποδοχές του και επομένως δε συντρέχει ζημία που να έχει αιτία την αδικοπραξία αυτή και να είναι ανορθωτέα κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις. Ο μισθωτός στην περίπτωση αυτή, δύναται να ασκήσει ευθεία αγωγή εκ του Νόμου κατά του εργοδότη του για τον οφειλόμενο μισθό και τους τόκους υπερημερίας και ενδεχομένως για την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 343, 345 και 346 ΑΚ.
Η κρατούσα αυτή άποψη έχει ως συνέπεια ότι δεν δύναται να παραστεί ο εργαζόμενος ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί με συνέπεια να αποβάλλεται από την παράσταση πολιτικής αγωγής κατόπιν σχετικής ενστάσεως από το συνήγορο του κατηγορουμένου. 
Η ποινή που προβλέπεται για αδίκημα του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 είναι η φυλάκιση μέχρι έξι μηνών και χρηματική ποινή η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ¼ των οφειλομένων αποδοχών που δεν έχουν καταβληθεί και όχι ανώτερη του ½ αυτών. Ο εργαζόμενος, ως ήδη ελέχθη, δεν απολαμβάνει καμμία ωφέλεια ούτε από την χρηματική ποινή, ούτε από την μετατροπή της ποινής φυλακίσεως.
Έτσι η ποινή όμως αυτή έχει αποδειχθεί στην πράξη αναποτελεσματική με συνέπεια κατά καιρούς να προβάλλεται η ανάγκη αντικατάστασής της με ολοένα και πιο αυστηρά διοικητικά πρόστιμα, δηλαδή ουσιαστικά με τη διαδικασία ενώπιον του ΣΕΠΕ. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, δηλαδή τόσο και του διοικητικού προστίμου που επιβάλει το ΣΕΠΕ και της χρηματικής ποινής που επιβάλουν τα ποινικά δικαστήρια πέραν της ποινής φυλάκισης, ο εργαζόμενος δεν εισπράττει στην πράξη τίποτα.
Και οι δύο αυτές διαδικασίες (διοικητική και ποινική) στοχεύουν όπως είναι σήμερα διαμορφωμένες να ασκήσουν έμμεσα πίεση στον εργοδότη προκειμένου να καταβάλει στον εργαζόμενο τις δεδουλευμένες αποδοχές του, χωρίς να εξασφαλίζεται η αυτούσια ικανοποίηση των καθυστερούμενων εργατικών απαιτήσεων.
Μια λύση θα ήταν η επιβαλλόμενη χρηματική ποινή δια του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 να αποδίδεται συμμέτρως στους εργαζομένους, δεδομένου μάλιστα ότι, ως ελέχθη, υπολογίζεται επί των αιτουμένων εργατικών αξιώσεων των εργαζομένων, ήτοι δεν μπορεί να είναι μικρότερη του 25% του συνολικού ποσού των  εργατικών απαιτήσεων ως φέρονται στο κατηγορητήριο ή μεγαλύτερη του 50% αυτών.
Όμως για τον ποινικό δικαστή και μέσα στα σύντομα χρονικά πλαίσια που διεξάγεται η ποινική δίκη,  είναι αρκετά δυσχερές να διαπιστωθεί η συνδρομή της ποινικής ευθύνης στο πρόσωπο που φέρεται ως κατηγορούμενο, καθώς απαιτείται αφ’ενός μεν η συνδρομή του δόλου, δεδομένου ότι  πρέπει να διαπιστωθούν και οι λόγοι της μη καταβολής (όπως  η πραγματική του οικονομική αδυναμία ή όχι) και να εξευρεθεί το πρόσωπο που είναι πράγματι επιτετραμμένο και έχει την ευθύνη για την καταβολή της μισθοδοσίας, διότι αντικειμενική ευθύνη δεν δύναται να υποστηριχθεί στα πλημμελήματα τα οποία απαιτούν δόλο. Πέραν αυτών ο ποινικός δικαστής πρέπει να υπεισέλθει στον ελάχιστο χρόνο που διαθέτει για τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης και  σε θέματα που είναι αντικείμενο του πολιτικού δικαστηρίου, όπως ποιοι εργαζόμενοι συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας με  την επιχείρηση, ποιες είναι οι πραγματικές εργατικές απαιτήσεις τους και το ύψος αυτών και ποιες έχουν αμιγώς μισθολογικό χαρακτήρα, καθώς η προστατευτική λειτουργία του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, καταλαμβάνει, ως ήδη ελέχθη, μόνο τις αξιώσεις που έχουν μισθολογικό χαρακτήρα και που προκύπτουν από την προσφορά πραγματικής εργασίας.
Έτσι αναμφίβολα η ανωτέρω προβληματική οδηγεί σε ανασφάλεια δικαίου όχι μόνο για τον εργαζόμενο και την ικανοποίηση των εργατικών του απαιτήσεων, αλλά και για τον κατηγορούμενο που φέρεται ως ο εργοδότης ο οποίος κινδυνεύει να καταδικαστεί χωρίς να είναι ο πραγματικά υπεύθυνος για τη μισθοδοσία, ή χωρίς να έχει δόλο διότι είχε πραγματική οικονομική αδυναμία και κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ικανοποίηση των εργαζομένων ή γιατί δεν αποδείχθηκαν οι πραγματικές εργατικές απαιτήσεις και το ακριβές ύψος αυτών.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μελετώντας κανείς τη Νομολογία του Αρείου Πάγου διαπιστώνει ότι στατιστικά οι δικαστικές αποφάσεις που στηρίζονται στον ΑΝ 690/1945 αναιρεσιβάλλονται με μεγάλη συχνότητα με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις την παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, ακριβώς λόγω της αντικειμενικής δυσκολίας που έχει ο ποινικός δικαστής αφ’ενός μεν να συγκεκριμενοποιήσει και θεμελιώσει την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου ως εργοδότη και επιτετραμμένου για την καταβολή της μισθοδοσίας  και αφ’ετέρου να εντοπίσει τις πραγματικές εργατικές απαιτήσεις των εργαζομένων, ώστε στις πλείστες των περιπτώσεων οι δικαστικές αποφάσεις να πάσχουν ειδικής, πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως απαιτεί το Σύνταγμα.
Επίσης δε χρειάζεται να εξηγήσουμε πόσο δύσκολο είναι σήμερα για κάποιον εργοδότη να πληρώσει και το διοικητικό πρόστιμο του ΣΕΠΕ και την χρηματική ποινή   και το χρηματικό ποσό της εξαγοράς της ποινής φυλάκισης και συγχρόνως να καταβάλει στον εργαζόμενο τις δεδουλευμένες αποδοχές.
Αυτό που πραγματικά, σήμερα, απαιτείται είναι να μπορέσει ο εργαζόμενος αφ’ενός  μεν να εξασφαλίσει τις αξιώσεις του και αφ’ετέρου να έχει στα χέρια του ένα γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο να επιλειφθεί της περιουσίας του εργοδότη και να ικανοποιηθεί από αυτήν προνομιακά και όχι να εξοντωθεί η επιχείρηση.
Προς αυτήν την κατεύθυνση κινούνται τόσο η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής επιδίκασης των εργατικών αξιώσεων κατ’άρθρον 728 ΚπολΔ, αλλά και η τροποποίηση του ΚΠολΔ με το Νόμο 4055/2012, κατά τον οποίον τόσο ο προσδιορισμός της αρχικής ή μετ’αναβολήν συζήτησης της εργατικής αγωγής (που αφορούν  τη μη καταβολή δεδουλευμένων, άκυρη απόλυση, και μισθούς υπερημερίας), όσο και η έκδοση της σχετικής απόφασης πρέπει υποχρεωτικά να γίνονται εντός εξήντα (60) ημερών. Μένει βέβαια στην πράξη να αποδειχθεί πόσο άμεσες θα είναι αυτές οι διαδικασίες κυρίως ως προς το χρονικό όριο έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων.
 Έτσι εκφράζεται η επιφύλαξη κατά πόσο οι δύο αυτές ρυθμίσεις  και πάλι δίδουν την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα που απαιτείται για την εξασφάλιση και ικανοποίηση των εργατικών αξιώσεων και κυρίως των δεδουλευμένων αποδοχών, δηλαδή την απόκτηση  άμεσα εκτελεστού τίτλου.
Μια πρόταση που ίσως θα έδιδε κάποια λύση είναι η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής στο αυστηρό χρονικό πλαίσιο των 10  ημερών από την κατάθεσή της, μόνο για τις δεδουλευμένες αποδοχές και τους μισθούς υπερημερίας του εργαζομένου.
Το δε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που απαιτείται κατ’άρθρον 623 ΚΠολΔ για την έκδοση διαταγής πληρωμής θα μπορούσε να είναι σωρευτικά:
- τόσο το έγγραφο της αναγγελίας πρόσληψης του εργαζομένου στον ΟΑΕΔ του οποίου η κατάθεση ήταν πάντα υποχρεωτική και σήμερα υποβάλλεται ηλεκτρονικά αυθημερόν με την πρόσληψη,
- όσο και το έγγραφο της γνωστοποίησης των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας  του ΠΔ 156/1994 υπογεγραμμένο τόσο από τον εργοδότη, όσο και από τον εργαζόμενο (έγγραφο το οποίο στις περισσότερες επιχειρήσεις δεν παραδίδεται ποτέ στο μισθωτό) και το οποίο προτείνεται  να υποβάλλεται  πλέον υποχρεωτικά με την αναγγελία πρόσληψης,
-  σε συνδυασμό με τον συμπληρωματικό πίνακα προσωπικού που επίσης αποστέλλεται από τον εργοδότη πλέον ηλεκτρονικά στο ΣΕΠΕ κάθε φορά που  υπάρχει  μεταβολή των αποδοχών του εργαζομένου σύμφωνα με το Ν. 4093/2012 υποπαράγραφο ΙΑ 13   περίπτωση 1.
Άλλωστε ο εργοδότης θα διατηρεί πάντα το δικαίωμα να προσβάλει τη διαταγή πληρωμής με αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ανακοπή εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον ΚΠολΔ.
Η άμεση και ταχεία χορήγηση εκτελεστού  τίτλου στον εργαζόμενο για τις εργατικές απαιτήσεις του με τη δυνατότητα ενός αποτελεσματικού γενικού προνομίου κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε να προηγούνται στον πίνακα κατάταξης των δανειστών, σίγουρα θα οδηγούσε πιο αποτελεσματικά προς την κατεύθυνση της εξασφάλισης και ταχείας ικανοποίησης των απαιτήσεων αυτών. Επιπροσθέτως είναι βέβαιο ότι θα λειτουργούσε και προληπτικά, αλλά και αποτρεπτικά στην μη τέλεση της συγκεκριμένης εργατικής παράβασης, δηλαδή της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών.
Τέλος, μετά την ψήφιση τριών μνημονιακών Νόμων που προκάλεσαν την  απορρύθμιση του εργατικού δικαίου και την υποχώρηση του κοινωνικού μισθού, ως θυμηθούμε τη ρήση ενός αμερικανού πολιτικού, του Alexander Hamilton :
«Η εξουσία πάνω στο εισόδημα ενός ανθρώπου ισοδυναμεί με εξουσία επάνω στη θέλησή του».
Η ανωτέρω ρήση είναι διαχρονική και σήμερα περισσότερο από ποτέ επίκαιρη.
Ας μην μας προβληματίσει μόνο. Κυρίως ας μας αφυπνίσει.


Ουρανία Β. Ζερβομπεάκου 
Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω
LLM Εργατικού Δικαίου


*Θα ήθελα να ευχαριστήσω το ΔΣ της ΕΔΕΚΑ που μου έκανε την τιμή να μου αναθέσει την ανωτέρω εισήγηση, τον καθηγητή και δάσκαλό μου Ομ. Καθηγητή του Εργατικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Γεώργιο Λεβέντη με την επικοδομητική του κριτική και τον εξαίρετο συνάδελφο και Διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας της Γ.Μ.Μ. ΑΕ Λάρκο  κ. Φίλιππο Φιλιππόπουλο για την αμέριστη συνδρομή του.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Διαχειριστής δεν υποχρεούται σε απαντήσεις επί των σχολίων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα δίδονται έναντι αμοιβής, όπως αναφέρεται σχετικά στο πάνω μέρος του ιστολογίου στο κουτάκι με το τίτλο ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ.