Για τα ερωτήματά σας προτιμήστε την αποστολή email (simvoulatoras@gmail.com) ή την συμπλήρωση της φόρμας με τον τίτλο «Ρωτήστε μας» που υπάρχει κάτω ακριβώς από τον τίτλο του ιστολογίου. Ελάχιστη αμοιβή 20 ευρώ +Φπα 24%. Ελάχιστη αμοιβή για ραντεβού 50 ευρώ +Φπα 24%.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Πρόσωπα που θεωρείται ότι βαρύνουν τους φορολογούμενους

Ανδρέας Γ. Κοψιαύτης - Επίτιμος Γενικός Δ/ντής Υπ. Οικονομικών

1. Γενικά
Με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζονται τα πρόσωπα εκείνα τα οποία θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο πολίτη. Όταν λέμε πρόσωπα, που θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, εννοούμε τα πρόσωπα εκείνα τα οποία προστατεύει-συντηρεί ο φορολογούμενος πολίτης επειδή τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν δικούς τους πόρους (εισοδήματα) για να συντηρηθούν. Για το λόγο αυτό ο φορολογικός νομοθέτης ορίζει ρητά με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου τα πρόσωπα που βαρύνουν το φορολογούμενο με ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται με το ίδιο άρθρο του Κ.Φ.Ε. Τα πρόσωπα τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο πολίτη είναι τα ακόλουθα:

1.1. Ο ή η σύζυγος που δεν έχει φορολογούμενο εισόδημα βαρύνει τον άλλο σύζυγο.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι το φορολογούμενο πολίτη βαρύνει ο σύζυγος ή η σύζυγος που δεν έχει φορολογούμενο εισόδημα. Όταν αναφέρουμε φορολογούμενο εισόδημα εννοούμε το εισόδημα το οποίο υπόκειται σε φόρο. Κατά τη γνώμη μας η διάταξη αυτή πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να απαλειφθεί η λέξη «φορολογούμενο»


1.1.1. Ο ή η σύζυγος δε βαρύνει τον άλλο σύζυγο κατά το έτος που ο άλλος σύζυγος απεβίωσε.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο ένας από τους συζύγους αποβιώσει, κατά το έτος αυτό ο ή η σύζυγος δε βαρύνει τον άλλο σύζυγο, δεδομένου ότι έπαψε η υποχρέωση υποβολής κοινής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από τους συζύγους. Στην περίπτωση αυτή ο επιζών σύζυγος θα υποβάλει δήλωση στο όνομά του για όλο το έτος κατά το οποίο απεβίωσε ο άλλος σύζυγος χωρίς να τον συμπεριλάβει (στη δήλωσή του) και για τον αποβιώσαντα θα υποβάλουν δήλωση οι κληρονόμοι του έστω και αν ο αποβιώσας σύζυγος δεν έχει δικά του εισοδήματα (1115778/2643/15.04.1993 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.2. Τα ανήλικα άγαμα τέκνα βαρύνουν το φορολογούμενο.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι τα ανήλικα άγαμα τέκνα βαρύνουν το φορολογούμενο πολίτη. Ανήλικα τέκνα είναι αυτά τα οποία δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18) έτος της ηλικίας τους, ανεξάρτητα του αν οι γονείς τους έχουν τελέσει γάμο ή αν έχουν υιοθετηθεί από αυτούς. Με το άρθρο 127 του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα εξής: «Ενήλικος. Όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ενήλικος) είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία». Το άρθρο 127 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 1329/1983 .
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει έμμεσα ότι ανήλικο είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. Επίσης ο ανήλικος προκειμένου να αναγνωρισθεί ως προστατευόμενο μέλος του φορολογούμενου πολίτη σύμφωνα με την περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., πρέπει να είναι και άγαμος.

1.2.1. Τα ανήλικα άγαμα τέκνα τα οποία έχει αναλάβει ο φορολογούμενος με αναδοχή.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., ως τέκνα τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει ο νόμος, λαμβάνονται τα γνήσια τέκνα, δηλαδή τα τέκνα τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο, τα εξώγαμα τα οποία νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρίστηκαν και τα υιοθετημένα. Κατά συνέπεια εφόσον το ανήλικο τέκνο που έχει αναλάβει φορολογούμενος με αναδοχή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1655 έως και 1665 του Αστικού Κώδικα, δεν εμπίπτει σε μία από τις παραπάνω κατηγορίας τέκνων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τον βαρύνει (1004474/69/21.08. 1991 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.2.2. Τα ανήλικα άγαμα τέκνα των συζύγων τα οποία βρίσκονται σε διάσταση.
Αναφορικά με το ως άνω θέμα, το Υπ. Οικονομικών με το 1136130/2565/23.12.1996 έγγραφό του έχει δεχθεί ότι από την περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 7 σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 και 61 του Κ.Φ.Ε. προκύπτει ότι στην περίπτωση συζύγων, οι οποίοι βρίσκονται σε διάσταση, τα τέκνα τους θεωρείται ότι βαρύνουν το γονέα με τον οποίον συνοικούν.

1.2.3. Τα ανήλικα άγαμα τέκνα των συζύγων που δε συμβιούν, των οποίων η γονική μέριμνα έχει αφαιρεθεί από το σύζυγο με δικαστική απόφαση και έχει ανατεθεί αποκλειστικά στη σύζυγο, βαρύνουν τη σύζυγο.
Με την ΠΟΛ. 1219/24.08.1995 εγκύκλιο του Υπ. Οικονο­μικών προβλέπεται ότι τα ανήλικα άγαμα τέκνα των συζύγων τα οποία δε συμβιούν, των οποίων η γονική μέριμνα έχει αφαιρεθεί από το σύζυγο με δικαστική απόφαση και η οποία (γονική μέριμνα) έχει ανατεθεί αποκλειστικά στη σύζυγο βαρύνουν τη σύζυγο.

1.3. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα, τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους και σπουδάζουν σε αναγνωρισμένες σχολές και τα τέκνα που δε σπουδάζουν αλλά είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ..
Σύμφωνα με τις διατάξεις της του πρώτου εδαφίου περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., βαρύνουν το φορολογούμενο πολίτη και τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία δεν έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους, με την προϋπόθεση ότι σπουδά­ζουν σε αναγνωρισμένες σχολές ή σχολεία στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, τα οποία είναι ενταγμένα σε κάποια εκπαι­δευτική βαθμίδα. Το φορολογούμενο βαρύνουν και τα άγαμα ενήλικα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία παρακολουθούν δημόσια ή ιδιωτικά Ινστι­τούτα Επαγγελματικής Κατά­ρτισης (Ι.Ε.Κ.) στο εσωτερικό κ.λ.π. Στην έννοια του όρου σχολές περιλαμβάνονται και τα μετα­πτυχιακά τμήματα των σχολών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εφόσον είναι αναγνωρισμένα. Στην έννοια των αναγνωρισμένων από το κράτος σχολών περιλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, και τα κρατικά λύκεια ή τα αναγνωρισμένα ιδιωτικά λύκεια, καθώς και οι στρατιωτικές σχολές Ευελπίδων, Ικάρων, Ναυτικών Δοκίμων, Ιατρικές Στρατιωτικές Σχολές, Σχολές Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, Στρατολογίας, Οικονομι­κών Υπηρεσιών κ.λ.π. ( ΠΟΛ. 19/30.01.1985 εγκύκλιος Υπ. Οικονομικών).
Για την απόδειξη της ιδιότητας του τέκνου το οποίο σπουδάζει, απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης της οικείας σχολής στην οποία φοιτά και όταν υπάρχει αδυναμία προσκόμισης, μπορεί να υποβληθεί υπεύθυνη δήλωση των διατάξεων του Ν. 1599/1986.
Με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. , οι οποίες προστέ­θηκαν με την παράγραφο 11 του άρθρου 1 του Ν.3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α) και ερμηνεύτηκαν με την ΠΟΛ. 1016/07.02.2005 εγκύκλιο του Υπ. Οικονομικών προβλέπονται τα ακόλουθα:
Με τις νέες διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. προβλέπεται η παράταση μέχρι και δύο έτη του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο θεωρούνται προστατευόμενα μέλη τα τέκνα του φορολογούμενου πολίτη ως εξής:
α) Για τα άγαμα ανήλικα τέκνα, μέχρι να συμπληρώσουν την ηλικία των είκοσι (20) ετών.
β) Για τα άγαμα ενήλικα τέκνα, που σπουδάζουν σε αναγνωρισμένες σχολές ή σχολεία του εσωτερικού ή του εξωτερικού, καθώς και εκείνα που παρακολουθούν δημόσια ή ιδιωτικά ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης στο εσωτερικό, μέχρι τη συμπλήρωση του 27ου έτους της ηλικίας τους.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την παράταση αυτή είναι τα τέκνα να είναι άνεργα και εγγεγραμμένα στα μητρώα ανέργων του Οργανισμού Απασχολή­σεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) κατά το χρονικό διάστημα της παράτασης. Παράλληλα πρέπει να συντρέχουν και οι λοιπές προϋ­ποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. , δηλαδή τα τέκνα να συνοικούν με το φορολογούμενο και το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημά τους, να μην υπερβαίνει το ποσό των 1.200 ευρώ ή το ποσό των 2.500 ευρώ αν παρουσιάζουν αναπηρία 67% και άνω και από 01.01.2006 2.900 και 6.000 ευρώ αντίστοιχα.
Παράδειγμα 1ο: Το έτος 2004 τέκνο φορολογούμενου πολίτη στην ηλικία των 23 ετών παίρνει το δίπλωμα της Νομικής Σχολής. Το έτος 2004 (δήλωση οικονομικού έτους 2005) είναι το τελευταίο έτος που το τέκνο αυτό θεωρείται προστατευόμενο, εφόσον δε συνεχίζει άλλες σπουδές. Ως άνεργος εγγράφεται στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. για δύο έτη, το έτος 2005 και το 2006. Το τέκνο αυτό συνεχίζει να είναι προστατευόμενο μέλος του γονέα για τα δύο αυτά έτη, δηλαδή μέχρι την ηλικία των 25 ετών (23+2) και επομένως ο γονέας του μπορεί να το συμπεριλάβει στις δηλώσεις των οικονομικών ετών 2006 και 2007.
Παράδειγμα 2ο: Τέκνο άλλου φορολογούμενου το έτος 2005 σπουδάζει σε αναγνωρισμένη σχολή του εσωτερικού, είναι ηλικίας 25 ετών και την 01.03.2005 γρά­φεται στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. για ένα έτος, δηλαδή μέχρι 01.03.2006. Το τέκνο αυτό συνεχίζει να βαρύνει το γονέα του και για το έτος 2006 (οικονομικό έτος 2007), δηλαδή μέχρι την ηλικία των 26 ετών.
Παράδειγμα 3ο: Σε άλλη περίπτωση, τέκνο του φορολογούμενου σε ηλικία 22 ετών τελειώνει τις σπουδές του σε αναγνωρισμένη σχολή. Το επόμενο έτος, μένει άνεργο, επομένως δεν είναι προστατευόμενο μέλος. Το μεθεπόμενο έτος εγγράφεται ως άνεργο στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. για δύο χρόνια. Για το πρώτο έτος που είναι γραμμένο στον Ο.Α.Ε.Δ., δηλαδή το 24ο έτος της ηλικίας του, θα βαρύνει φορολογικά το γονέα του. Αυτό γιατί η παράταση είναι μέχρι δύο επιπλέον συνεχόμενα έτη από το έτος που ολοκλήρωσε τις σπουδές του και το οποίο ήταν το τελευταίο που θεωρούνταν προστατευόμενο.
Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. έχουν ισχύ, σύμφωνα με την περίπτωση α του άρθρου 33 του Ν.3296/2004, για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, από την 01.01.2005 και μετά.

1.3.1. Ενήλικα άγαμα τέκνα του φορολογούμενου κάτω των 25 ετών τα οποία σπουδάζουν σε αναγνωρισμένα τεχνικά λύκεια, θεωρείται ότι τον βαρύνουν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., την εισηγητική έκθεση του Ν. 1828/1989 και την ΠΟΛ. 19/30.01.1985 εγκύκλιο του Υπ. Οικονομικών, προκύπτει ότι εφόσον τα ενήλικα άγαμα τέκνα κάτω των 25 ετών φοιτούν σε Ιδιωτικό Τεχνικό Επαγγελματικό Εκπαιδευτήριο αναγνωρισμένο από το Υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εντάσσεται στην εκπαιδευτική βαθμίδα της μέσης εκπαίδευσης, θεωρείται ότι βαρύνει το φορολογούμενο πολίτη με την προϋπόθεση ότι συνοικούν μαζί του και το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημά του (του ενήλικου άγαμου τέκνου κάτω των 25 ετών) δεν υπερβαίνει το εκάστοτε ισχύον ετήσιο ποσό το οποίο προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 το Κ.Φ.Ε. (1072340/1226/10.08.2001 και 1069974/907/28.01.1994 έγγραφα του Υπ. Οικονομι­κών).

1.3.2. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία σπουδάζουν σε αναγνωρισμένες μεταπτυχιακές σχολές, βαρύνουν το φορολογούμενο.
Με το νόμο πλαίσιο (1268/1982) για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) προβλέπεται ή ίδρυση και λειτουργία μεταπτυχιακών σχολών. Κατά συνέπεια σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., εφόσον οι μεταπτυχιακές σχολές είναι αναγνωρισμένες, τότε τα άγαμα ενήλικα τέκνα του φορολογούμενου, τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους και σπουδάζουν σ΄ αυτές τις σχολές τον βαρύνουν. Τα ως άνω δεν ισχύουν στην περίπτωση κατά την οποία τα τέκνα του φορολογούμενου εκπονούν διδακτορική διατριβή, χωρίς όμως να σπουδάζουν σε αναγνωρισμένες μεταπτυχιακές σχολές, καθόσον προϋπόθεση αλλά και κριτήριο για την εφαρμογή των πιο πάνω είναι η φοίτηση των τέκνων σε αναγνωρισμένες σχολές της Ελλάδας ή της Αλλοδαπής (1019540/321/24.04.1990 και 1074459/1276/23.08.2001 έγγραφα Υπ. Οικονομικών).

1.3.3. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία σπουδάζουν σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), βαρύνουν το φορολογούμενο.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Ν.2873/2000 οι οποίες ερμηνεύτηκαν με την ΠΟΛ. 1099/06.04.2001 εγκύκλιο του Υπ. Οικονομικών, αντικαταστάθηκε η περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε.. Με τις νέες πλέον διατάξεις, αναγνωρίζονται ως πρόσωπα τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο και τα ενήλικα άγαμα τέκνα του τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους και παρακολουθούν δημόσια ή ιδιωτικά Ι.Ε.Κ. στην Ελλάδα. Τα παραπάνω έχουν ισχύ για τα πρόσωπα τα οποία συνοικούν με το φορολογούμενο και τον βαρύνουν από 01.01.2000 (οικον. έτος 2001) και μετά.

1.3.4. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία παρακολουθούν μαθήματα ξένης γλώσσας στο Βρετανικό Συμβούλιο, δε βαρύνουν το φορολογούμενο.
Δεδομένου ότι το Βρετανικό Συμβούλιο δε συγκεντρώνει τα εννοιολογικά γνωρίσματα της αναγνωρισμένης σχολής, όπως ορίζεται από την περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., τα άγαμα ενήλικα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία παρακολουθούν σ΄ αυτό μαθήματα ξένης γλώσσας δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο. Το Βρετανικό Συμβούλιο είναι Μορφωτικό Ίδρυμα και το τμήμα της διδασκαλίας ξένης γλώσσας δεν μπορεί να θεωρηθεί, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, σχολή αλλά φροντιστήριο ξένης γλώσσας (Ε. 8397/15.06.1987 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.3.5. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία φοιτούν στο Γαλλικό Ινστιτούτο ή Γαλλική Ακαδημία, δε βαρύνουν το φορολογούμενο.
Δεδομένου ότι το Γαλλικό Ινστιτούτο ή Γαλλική Ακαδημία είναι φροντιστήριο της γαλλικής γλώσσας και όχι σχολή αναγνωρισμένη κατά την έννοια της περίπτωσης γ της παραγράφου 7 του Κ.Φ.Ε., τα άγαμα ενήλικα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία παρακολουθούν σ΄ αυτό μαθήματα γαλλικής γλώσσας, δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο (Ε. 6754/20.05.1986 και 1033914/1000/02.04.2004 έγγραφα Υπ. Οικονομικών).

1.3.6. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία φοιτούν στο Κέντρο Προκατάρτισης Βουλγαρικής γλώσσας της Εθνικής Ακαδημίας Αθλητισμού, βαρύνουν το φορολογούμενο.
`Αγαμα ενήλικα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία φοιτούν στο Κέντρο Προκατάρτισης Βουλγαρικής γλώσσας της Εθνικής Ακαδημίας Αθλητισμού, δηλαδή σε αναγνωρισμένη σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του εξωτερικού, σύμφωνα με πιστοποιητικό της πιο πάνω σχολής, θεωρείται ότι βαρύνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 7 του Κ.Φ.Ε., το φορολογούμενο, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι άλλες προϋποθέσεις του νόμου (1029257/514/04.04.1997 έγγραφο Υπ. Οικο­νομικών).

1.3.7. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία φοιτούν σε Δημόσια ή Ιδιωτικά Λύκεια Μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. και στις μέσες Τεχνικές Επαγγελματικές Νοσηλευτικές Σχολές, βαρύνουν το φορολογούμενο.
Οι σχολές μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. του Ν. 1346/1983, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 1566/1985 , θεωρούνται ότι ανήκουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και Μέσες Τεχνικές Επαγγελματικές Νοσηλευτικές Σχολές (Μ.Τ.Ε.Ν.Σ.) αρμοδιότητας του Υπ. Υγείας, κατά το Υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Από τα παραπάνω και τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 7 του Κ.Φ.Ε. προκύπτει ότι εφόσον τα ηλικίας μέχρι 25 ετών άγαμα τέκνα του φορολογούμενου, τα οποία φοιτούν στις παραπάνω σχολές, δεδομένου ότι ανήκουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο (1082281/1549/18.11.1994 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).
Σημειώνουμε ότι από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων αναγνωρίζονται για τις ανάγκες του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ορισμένες ιδιωτικές σχολές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εσωτερικού. Τις σχολές αυτές το ως άνω Υπουργείο κοινοποίησε με την ΠΟΛ. 277/14.10.1987 εγκύκλιό του στην οποία και παραπέμπουμε για περισσότερες λεπτομέρειες.

1.3.8. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία σπουδάζουν στα Κέντρα Εργαζόμενου Κοριτσιού, δε βαρύνουν το φορολογούμενο.
Τα παραπάνω κέντρα δεν είναι αναγνωρισμένες σχολές και δεν εντάσσονται σε εκπαιδευτική βαθμίδα όπως με το Φ. 330/22/11816/06.07.1995 έγγραφό του έκανε γνωστό ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης του Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων. Συνεπώς και σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. τα ως άνω ενήλικα άγαμε τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία σπουδάζουν στα κάντρα αυτά, δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο (1083293/ 1972/07.08.1995 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.3.9. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία φοιτούν στο Deere College , δε βαρύνουν το φορολογού­μενο.
Δεδομένου ότι το ως άνω κολλέγιο είναι εργαστήριο ελευθέρων σπουδών, ανήκει στον ίδιο φορέα με εκείνον του Αμερικάνικου Κολεγίου Αγίας Παρασκευής και δεν έχει πάρει ποτέ άδεια λειτουργίας από το Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων ως τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, οι σπουδαστές οι οποίοι φοιτούν σ΄ αυτό, που έχουν ήδη απολυτήριο λυκείου, δε θεωρούνται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. (1099855/1569/17.09.1998 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.3.10. Πτυχιούχοι δάσκαλοι σχολών αλλοδαπής, οι οποίοι παραπέμπονται σε συμπληρωματική εξέταση για αναγνώριση του τίτλου τους, δε θεωρούνται πρόσωπα που βαρύνουν το φορολογούμενο.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. , θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, εκτός των άλλων και τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους και σπουδάζουν σε αναγνωρισμένες σχολές ή σχολεία του εσωτερικού ή εξωτερικού εφόσον συνοικούν με αυτόν και το ετήσιο εισόδημα τους δεν υπερβαίνει σήμερα τα 2900 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι πτυχιούχοι δάσκαλοι σχολών αλλοδαπής οι οποίοι παραπέμπονται για συμπληρωματική εξέταση σε Ελληνική Παιδαγωγική Ακαδημία για αναγνώριση του τίτλου τους, δε θεωρούνται πρόσωπα τα οποία βαρύνουν τους φορολογούμενους, δεδομένου ότι το Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων με το Γ3/390/16.09.1991 έγγραφό του έχει δεχθεί ότι η παραπομπή των πτυχιούχων δασκάλων, αποφοίτων σχολών αλλοδαπής, για συμπληρωματική εξέταση σε ορισμένα μαθήματα σε μια Ελληνική Παιδαγωγική Ακαδημία και σήμερα σε ένα Ελληνικό Πανεπιστήμιο, τα οποία (μαθήματα) η αρμόδια Επιτροπή Ισοτιμιών κρίνει απαραίτητα για την άσκηση διδακτικού έργου στα Ελληνικά Δημόσια Σχολεία, δε συνιστά σε καμιά περίπτωση φοίτηση, ούτε προσδίδει στον παραπεμπόμενο την ιδιότητα του σπουδαστή ή φοιτητή της σχολής στην οποία διενεργείται η συμπληρωματική εξέτασή του.

1.3.11. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών, τα οποία φοιτούν σε προκαταρκτικό έτος αλλοδαπού πανεπιστημίου, δε βαρύνουν το φορολογούμενο.
Δεδομένου ότι στην έννοια της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 το Κ.Φ.Ε. δεν περιλαμβάνεται η φοίτηση σε προκαταρκτικό έτος αλλοδαπού πανεπιστημίου, τα άγαμα ενήλικα τέκνα μέχρι 25 ετών που φοιτούν σ΄ αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ως προστατευόμενα μέλη του φορολογουμένου, σύμφωνα και με το Μ. 628/25.07.1988 έγγραφο του Υπ. Οικονομικών.

1.3.12. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία σπουδάζουν στις Στρατιωτικές Σχολές, βαρύνουν το φορολογούμενο.
Δεδομένου ότι σύμφωνα με την περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. δε γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφόρων σχολών, προκύπτει ότι τα άγαμα ενήλικα τέκνα ηλικίας μέχρι 25 ετών του φορολογούμενου, τα οποία σπουδάζουν στις Στρατιωτικές Σχολές Ευελπίδων, Ικάρων, Ναυτικών Δοκίμων, Ιατρικής, Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, Στρατολογίας Οικονομικών Υπηρεσιών κ.λ.π., θεωρούνται ως πρόσωπα τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο. Διευκρινίζεται ότι στην έννοια των Στρατιωτικών Σχολών περιλαμβάνονται και εκείνες των Υπαξιωματικών, καθόσον η απαρίθμηση των Στρατιωτικών Σχολών είναι ενδεικτική ( ΠΟΛ. 65/08.03.1972 , 128/10.05. 1972 και 19/30.01.1985 εγκ. Υπ. Οικονομικών).

1.3.13. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία φοιτούν σε ωδεία ή μουσικές σχολές, δε βαρύνουν το φορολογούμενο.
Οι λειτουργούσες υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού σύμφωνα με το Β. Δ/γμα 16/1966 «περί ιδρύσεως ιδιωτικών μουσικών ιδρυμάτων» Μουσικές Σχολές και Ωδεία, δεν ανήκουν σε καμία εκπαιδευτική βαθμίδα και συνεπώς και οι χορηγούμενοι απ΄ αυτές τίτλοι σπουδών (28953/12.05.2005 έγγραφο Υπ. Πολιτισμού). Συνεπώς και η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας δεν ανήκει σε καμία εκπαιδευτική βαθμίδα, ως και οι χορηγούμενοι από αυτή τίτλοι σπουδών (53653/ 1810/05.07.2005 έγγραφο Υπ. Πολιτισμού). Επομένως τα ενήλικα τέκνα των φορολογουμένων τα οποία φοιτούν σ΄ αυτές τις σχολές δεν τους βαρύνουν φορολογικά.

1.3.14. Δε βαρύνουν το φορολογούμενο, τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία φοιτούν σε κέντρο ξένων γλωσσών.
Από τις ιδιωτικές σχολές είναι αναγνωρισμένες μόνο αυτές οι οποίες εντάσσονται σε κάποια βαθμίδα εκπαίδευσης (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια) και συνεπώς αναγνωρίζεται ο τίτλος σπουδών τον οποίο εκδίδουν. Επίσης ο τίτλος σπουδών που εκδίδουν τα ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αν και αυτά δεν ανήκουν σε εκπαιδευτική βαθμίδα, αναγνωρίζεται ως ισότιμος των Δημοσίων Ι.Ε.Κ.. Τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών δεν ανήκουν σε εκπαιδευτική βαθμίδα και ως εκ τούτου δεν αναγνωρί­ζονται οι βεβαιώσεις σπουδών τους. Επομένως αν τέκνο φορολογουμένου φοιτά σε Κέντρο Ξένων Γλωσσών, δεν τον βαρύνει φορολογικά (29259/21.03.2005 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.3.15. T α ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών τα οποία φοιτούν στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Κατάρτισης στην Επαγγελματική Μετάφραση του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, δε βαρύνουν το φορολογούμενο.
Όπως προκύπτει από την 350/1988 γνωμοδότηση της Νομικής Δ/νσης του Υπ. Οικονομικών αλλά και από την εισηγητική έκθεση του Ν. 1828/1989, προϋπόθεση για να θεωρείται μια σχολή αναγνωρισμένη, είναι να εντάσσεται σε κάποια εκπαιδευτική βαθμίδα. Σύμφωνα με το 51508/Δ5/02.06.2005 έγγραφο του Υπ. Παιδείας και θρησκευ­μάτων το Ευρωπαϊκό Κέντρο Κατάρτισης στην Επαγγελματική Μετάφραση του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών δεν αναγνωρίζεται, δεδομένου ότι δεν εντάσσεται σε καμία βαθμίδα εκπαίδευσης. Ύστερα από τα παραπάνω προκύπτει ότι ενήλικο άγαμο τέκνο μέχρι 25 ετών το οποίο σπουδάζει στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών στο τρίτο έτος σπουδών του Ευρωπαϊκού Κέντρου Κατάρτισης στην Επαγγελματική Μετάφραση, που συνεργάζεται με το Ινστιτούτο Μεταφραστών, Διερμηνέων και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, δε θεωρείται ότι βαρύνει το φορολογούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. (1061735/12401/28.06.2005 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.3.16. T α ενήλικα άγανα τέκνα μέχρι ηλικία 25 ετών που σπουδάζουν και τα οποία έχουν αναλάβει από τον εισαγγελέα με αναδοχή οι φορολογούμενοι, δεν τους βαρύνουν, ενώ αυτά τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο, τα εξώγαμα τα οποία νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρί­στηκαν και τα υιοθετημένα τους βαρύνουν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ως τέκνα τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος λαμβάνονται τα γνήσια τέκνα, δηλαδή εκείνα τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο, τα εξώγαμα που νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρίστηκαν και τα υιοθετημένα. Επομένως εφόσον το τέκνο το οποίο έχει αναλάβει φορολογούμενος με αναδοχή από τον εισαγγελέα δεν εμπίπτει σε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες τέκνων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τον βαρύνει (1004474/69/21.08.1991 και 1136130/2565/ 23.12.1996 έγγραφα Υπ. Οικονομικών).

1.3.17. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος, εφόσον σπουδάζουν κ.λ.π., θεωρείται ότι βαρύνουν το γονέα με τον οποίον συνοικούν ολόκληρο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του έτους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των περιπτώσεων β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε. και της 250/1994 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. , η οποία κοινοποιήθηκε με την ΠΟΛ. 1219/24.08.1995 εγκύκλιο του Υπ. Οικονομικών, έχει γίνει δεκτό με το 1101629/2159/04.02.2004 έγγραφό του ότι κατά την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον σπουδάζουν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σχολές κ.λ.π. που ορίζονται από τις ίδιες διατά­ξεις και το ετήσιο φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από το νόμο ποσό, θεωρείται ότι βαρύνουν το γονέα με τον οποίον συνοικούν ολόκληρο ή το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του έτους, χωρίς να παίζει ρόλο το γεγονός ότι περιστασιακά μένουν με τον άλλο γονέα.
Επομένως, στην περίπτωση των εν διαστάσει συζύγων, τα ενήλικα άγαμα τέκνα θα βαρύνουν το γονέα τους με τον οποίον συνοικούν ολόκληρο ή το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του έτους, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει.

1.4. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα, τα οποία υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε.. τα άγαμα τέκνα τα οποία δεν υπάγονται στην παράγραφο 1.3. (τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών που σπουδάζουν), με την προϋπόθεση ότι υπηρετούν στο στρατό τη θητεία τους, θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο.

1.4.1. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία έχουν υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία και καλούνται για μετεκπαίδευση ως έφεδροι, δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο.
Τα τέκνα του φορολογούμενου τα οποία έχουν ήδη υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία και καλούνται για μετεκπαίδευση στις ένοπλες δυνάμεις, ως έφεδροι, δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ( ΠΟΛ. 19/30.01.1985 και 1044/14.02.1989 εγκύκλιοι Υπ. Οικονομικών).

1.4.2. Ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία υπηρετούν τη στρα­τιωτική τους θητεία και βαρύνουν το φορολογούμενο είναι αυτά τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο, τα εξώγαμα τα οποία νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρίστηκαν και τα υιοθετημένα.
Όπως προκύπτει από το οικογενειακό δίκαιο, γνήσια τέκνα είναι αυτά τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο ή τα εξώγαμα που νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρίστηκαν και τα υιοθετημένα. Συνεπώς εφόσον στην περίπτωση δ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. δε γίνεται διάκριση μεταξύ των τέκνων τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο, των εξώγαμων και των υιοθετημένων, όλα τα εν λόγω τέκνα βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει ο νόμος (1004474/69/21.08.1991 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.4.3. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία και οι φορολογούμενοι έχουν αναλάβει με αναδοχή από τον εισαγγελέα, δεν τους βαρύνουν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ως τέκνα τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει ο νόμος, λαμβάνονται τα γνήσια τέκνα, δηλαδή εκείνα τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο, τα εξώγαμα τα οποία νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρίστηκαν και τα υιοθετημένα. Επομένως εφόσον το τέκνο το οποίο έχει αναλάβει φορολογούμενος με αναδοχή από τον εισαγγελέα, δεν εμπίπτει σε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες τέκνων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τον βαρύνει (1004474/69/21.08.1991 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.4.4. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα, τα οποία υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία, διαζευγμένων συζύγων, βαρύ­νουν τον ή τη σύζυγο που έχει την επιμέλεια αυτών.
Στη 250/1994 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. , η οποία έγινε δεκτή και κοινοποιήθηκε με την ΠΟΛ. 1219/24.08.1995 εγκύκλιο του Υπ. Οικονομικών, αναφέρεται ότι: σύμφωνα με το άρθρο 1518 του Α.Κ. «Επιμέλεια του προσώπου. Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του...» και σύμφωνα με το άρθρο 1020 του Α.Κ. « Προσωπική επικοινωνία. Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό...». Επίσης με το άρθρο 1441 του Α.Κ. ορίζεται ότι «Συναινετικό διαζύγιο. Όταν οι σύζυγοι συμφωνούν για το διαζύγιο, μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (συναινετικό διαζύγιο)...». Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο, πρέπει να προσκομίζεται έγγραφη συμφωνία των συζύγων που να ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία με αυτά. Η συμφωνία επικυρώνεται από το δικαστήριο και ισχύει ώσπου να εκδοθεί απόφαση για το θέμα αυτό. Συνεπώς ο ανήλικος έχει κατοικία την κατοικία του γονέα με τον οποίο συνήθως διαμένει, αφού ο τελευταίος έχει και την επιμέλεια αυτού. Επομένως η συνοίκηση (διαμονή) του τέκνου με τη μητέρα του, ως πραγματικό γεγονός, εγκύρως αποδεικνύεται από διάφορα στοιχεία, μεταξύ των οποίων είναι και το ιδιωτικό έγγραφο των γονέων με το οποίο συμφωνείται ότι η επιμέλεια του τέκνου ανήκει αποκλειστικά στη σύζυγο. Συνεπώς από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση διαζευγμένων συζύγων τα τέκνα θεωρείται ότι βαρύνουν το γονέα ο οποίος έχει την επιμέλεια αυτών, αφού σ΄ αυτή περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του τόπου διαμονής (συνοίκησης) των τέκνων (άρθρο 1518 Α.Κ.), ανεξάρτητα αν τους καταβάλλεται διατροφή η συνοικούν περιστασιακά με τον άλλο γονέα (1128806/2235/30.12.1997 έγγραφο υπ. Οικονομικών).

1.4.5. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία, των συζύγων που συμβιούν, βαρύνουν το σύζυγο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των περιπτώσεων β, γ, δ και ε της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. προκύπτει ότι στην περίπτωση των συζύγων οι οποίοι συμβιούν, τα τέκνα τους βαρύνουν το σύζυγο - πατέρα (1136130/2565/23.12.1996 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

1.4.6. Τα ενήλικα άγαμα τέκνα, τα οποία υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία, των συζύγων οι οποίοι δε συμβιούν και η γονική μέριμνα έχει αφαιρεθεί από το σύζυγο (πατέρα) με δικαστική απόφαση και έχει δοθεί στη σύζυγο (μητέρα), βαρύνουν τη σύζυγο.
Τα παραπάνω τέκνα βαρύνουν τη σύζυγο, στην οποία έχει χορηγηθεί η γονική μέριμνα με δικαστική απόφαση και έχει αφαιρεθεί από το σύζυγο ( ΠΟΛ. 1219/24.08.1995 εγκύκλιος Υπ. Οικονομικών).

1.5. Τα άγαμα ή διαζευγμένα ή αυτά τα οποία τελούν σε κατάσταση χηρείας τέκνα, εφόσον παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω, βαρύνουν το φορολογούμενο. Δικαιολογητικά αναπηρίας.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ε της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., τα τέκνα τα οποία είναι ανύπανδρα ή διαζευγμένα ή βρίσκονται σε κατάσταση χηρείας και με την προϋπόθεση ότι παρουσιάζουν αναπηρία 67% και άνω από φυσική ή διανοητική καθυστέρηση, βαρύνουν το φορολογούμενο.
Δικαιολογητικά αναπηρίας. Με την ΠΟΛ. 1087/09.03.1993 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σχετικά με το ως άνω θέμα, ορίζονται τα ακόλουθα:
« ...1. Ορίζουμε ότι σε περίπτωση που ο φορολογούμενος παρουσιάζει βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό που υπερβαίνει το ογδόντα τοις εκατό (80%), καθώς και σε περίπτωση που αυτός ή τα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω, από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση για την απόδειξη του ποσοστού της αναπηρίας απαιτείται απόφαση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του Π.Δ. 611/1977. Με την απόφαση αυτή θα διαπιστώνεται και βεβαιώνεται το ποσοστό της αναπηρίας του προσώπου που αφορά, αν πρόκειται για βαριές κινητικές αναπηρίες, νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση, καθώς και το χρονικό διάστημα που προβλέπεται ότι θα διαρκέσει η αναπηρία αυτή.
2. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος λαμβάνει σύνταξη από ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, επειδή παρουσιάζει βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό πάνω από 80%, αντί της απόφασης που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, ο δικαιούχος μπορεί να προσκομίσει βεβαίωση του οικείου ασφαλιστικού φορέα, από την οποία να προκύπτει ότι αυτός συνταξιοδοτείται λόγω της βαριάς κινητικής αναπηρίας σε ποσοστό πάνω από 80%, ως και το χρονικό διάστημα που προβλέπεται ότι θα διαρκέσει η αναπηρία αυτή.
3. Επίσης, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος παρουσιάζει βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό που υπερβαίνει το ογδόντα τοις εκατό (80%), αντί των δικαιολογητικών που αναφέρονται στις δύο προηγούμενες παραγράφους, ο δικαιούχος μπορεί να προσκομίσει απόφαση της Ανωτάτης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Σ.Υ.Ε.), με την οποία θα διαπιστώνεται και βεβαιώνεται το ποσοστό της αναπηρίας, αν πρόκειται για βαριές κινητικές αναπηρίες, καθώς και το χρονικό διάστημα που προβλέπεται ότι θα διαρκέσει η αναπηρία αυτή.
4. Εξάλλου εάν ο φορολογούμενος είναι ολικώς τυφλός, αντί του δικαιολογητικού που ορίζεται στην περίπτωση α του άρθρου 6 της 1022755/216/ ΠΟΛ. 1057/12.02.1993 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να προσκομίσει βεβαίωση ότι είναι γραμμένος στα γενικά μητρώα τυφλών που τηρούνται από τις Διευθύνσεις ή τα Τμήματα Κοινωνικής Πρόνοιας των Νομαρχιών της χώρας. Αυτό καθόσον α) κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν.1904/1951 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.958/1979, «τυφλός νοείται παν πρόσωπον, το οποίον στερείται παντελώς της αντιλήψεως του φωτός ή του οποίου η οπτική οξύτης είναι μικροτέρα του ενός εικοστού (1/20) της φυσιολογικής τοιαύτης» και β) κατά το άρθρο 2 του Ν. 1904/1951 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 958/1979, για να τύχει ο τυφλός των ευεργετημάτων του Ν. 1904/1951 πρέπει να είναι γραμμένος στα πιο πάνω μητρώα τυφλών και να είναι εφοδιασμένος δι΄ ειδικού δελτίου τυφλότητας.
5. Τα πιο πάνω δικαιολογητικά υποβάλλονται από το δικαιούχο μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, του οικείου οικονομικού έτους. Όταν προβλέπεται ότι η τύφλωση ή η αναπηρία θα διαρκέσει ολόκληρη τη ζωή του φυσικού προσώπου, τα παραπάνω δικαιολογητικά συνυποβάλλονται με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος των δικαιούχων μόνο μια φορά. Αν η τύφλωση ή η αναπηρία είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να υποβάλλονται νέα δικαιολογητικά, μετά τη λήξη της περιόδου διάρκειά της.
6. Για την έκδοση της απόφασης της Υγειονομικής Επιτροπής του Π.Δ. 611/1977 πρέπει να υποβάλλεται σχετική αίτηση στη Διεύθυνση ή στο Τμήμα Υγιεινής της περιφέρειας που έχει την κατοικία του ο ανάπηρος ή το ανάπηρο πρόσωπο που βαρύνει το φορολογούμενο. Στην αίτηση αυτή επισυνάπτεται έκθεση του αγροτικού ιατρού ή άλλου ιατρού που παρακολουθεί τον ανάπηρο, στην οποία να περιγράφεται με λεπτομέρεια η φύση της πάθησης ή βλάβης την οποία φέρει ο ίδιος ή το προστατευόμενο ανάπηρο μέλος της οικογένειάς του.
7. Οι Υγειονομικές Επιτροπές του Π.Δ. 611/1977 δικαιούνται, για υποβοήθηση του έργου τους, να ζητούν από τους εξεταζόμενους ή από τα Κρατικά Νοσηλευτήρια ή από ιδιωτικές κλινικές ή άλλες Αρχές, κάθε στοιχείο που είναι απαραίτητο για τη διαμόρφωση κρίσης, ως και να παραγγέλλουν την ενέργεια κάθε είδους κλινικής ή εργαστηριακής εξέτασης και να υποβάλλουν σε παρατήρηση αυτόν που εξετάζουν, για χρονικό διάστημα που αυτές καθορίζουν. Αν αυτός που πρόκειται να εξετασθεί, για να διαπιστωθεί η αναπηρία του, δεν μπορεί να προσέλθει ενώπιον της Υγειονομικής Επιτροπής για να εξετασθεί, παραγγέλλεται από αυτή, για εξακρίβωση αυτού του λόγου, η εξέτασή του από ένα μέλος της, εφόσον είναι ευχερής η αυθημερόν μετάβαση και επιστροφή του ιατρού, διαφορετικά η εξέταση αυτή ανατίθεται σ΄ άλλον ιατρό δημόσιο υπάλληλο ή υπάλ­ληλο Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. Η Υγειονομική Επιτροπή μπορεί να αναθέσει σε αυτόν τον ιατρό την εξακρίβωση του λόγου εξαιτίας του οποίου αδυνατεί να προσέλθει ενώπιον αυτής ο υπό εξέταση. Ταυτόχρονα μπορεί να αναθέσει στον ίδιο ιατρό την εξέταση του ενδιαφερομένου, αναφορικά με τη φύση και την έκταση ή της σωματικής βλάβης αυτού. Ο ιατρός αυτός υποβάλλει τη γνωμάτευσή του στην Υγειονομική Επιτροπή, η οποία, συνεκτιμώντας και τη γνωμάτευση αυτή, αποφαίνεται οριστικά σχετικά με την ανάγκη νέας εξέτασης αυτού.
8. Κατά των οικείων αποφάσεων των Πρωτοβάθμιων Υγειονομικών Επιτροπών που εδρεύουν σε κάθε Νομό, επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον των Δευτεροβάθμιων Υγειονομικών Επιτροπών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Για την άσκηση προσφυγής από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., απαιτείται έγγραφη γνώμη του αρμόδιου Επιθεωρητή Δ.Ο.Υ. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του Επιθεωρητή αυτού, η σχετική γνώμη διατυπώνεται από το νόμιμο αναπληρωτή του ή τον Προϊστάμενο της οικείας Επιθεώρησης Δ.Ο.Υ.
9. Μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της 1006352/38/0012/ ΠΟΛ. 1009/1989 απόφασής μας.
10. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως » .

1.5.1. Τα άγαμα, διαζευγμένα ή τέκνα τα οποία είναι σε χηρεία ανεξάρτητα από την ηλικία τους, βαρύνουν το φορολογούμενο μόνο όταν έχουν αναπηρία από 67% και άνω.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης ε της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. προκύπτει ότι προκειμένου να βαρύνουν το φορολογούμενο τα τέκνα του τα οποία είναι άγαμα, διαζευγμένα ή σε κατάσταση χηρείας χωρίς να ενδιαφέρει η ηλικία τους, πρέπει (αυτά τα τέκνα) να παρουσιάζουν αναπηρία από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%. Με τις ΠΟΛ.1009/1989 και 1057/1993 κοινές αποφάσεις του Υπ. Οικονομικών και του Υφυ­πουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως αναφέρουμε και στην προηγούμενη παράγραφο (1.5.), εξειδικεύεται η αναπηρία αυτή σε νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση. Κατά συνέπεια αν τα παραπάνω τέκνα δεν παρουσιάζουν την ως άνω αναπηρία ή την παρουσιάζουν, αλλά σε ποσοστό κατώτερο του 67%, δε βαρύνουν το φορολογούμενο, με εξαίρεση τα άγαμα τέκνα τα οποία μπορεί να τον βαρύνουν με βάση άλλες περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε..

1.6. Οι ανιόντες και των δύο συζύγων βαρύνουν το φορολογούμενο.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης στ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. προβλέπεται ότι μεταξύ των προσώπων τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο είναι και οι ανιόντες των δυο συζύγων (πατέρας, μητέρα, παππούς, γιαγιά κ.λ.π.).

1.6.1. Οι εξ΄ αίματος και εξ΄ αγχιστείας ανιόντες βαρύνουν το φορολο­γούμενο.
Κατά το άρθρο 1461 του Α.Κ. «Έννοια. Τα πρόσωπα είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή, αν το ένα κατάγεται από το άλλο (συγγένεια μεταξύ ανιό­ντων και κατιόντων). Συγγενείς εξ αίματος σε πλάγια γραμμή είναι τα πρόσωπα που, χωρίς να είναι συγγενείς σε κάθε γραμμή, κατάγονται από τον ίδιο ανιόντα. Ο βαθμός της συγγένειας ορίζεται απόν αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα».
Επίσης κατά το άρθρο 1462 του Α.Κ. «Αγχιστεία. Οι συγγενείς εξ αίματος του ενός από τους συζύγους είναι συγγενείς εξ αγχιστείας του άλλου στην ίδια γραμμή και τον ίδιο βαθμό. Η συγγένεια εξ αγχιστείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου από τον οποίο δημιουργήθηκε».
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του Α.Κ. σαφώς συνάγεται ότι οι ανιόντες πρώτου βαθμού του ενός των συζύγων, είναι ανιόντες εξ αγχιστείας και του άλλου συζύγου.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Υπ. Οικονομικών με την ΠΟΛ. 22/21.01.1971 εγκύκλιό του έχει δεχθεί ότι, επειδή στην περίπτωση στ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. δε γίνεται διάκριση μεταξύ ανιόντων εξ αίματος και ανιόντων εξ αγχιστείας, η μητρυιά του φορολογουμένου, εφόσον συνοικεί με αυτόν και δεν έχει το εισόδημα το οποίο προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. , τον βαρύνει φορολογικά. Το ίδιο ισχύει και προκειμένου περί πατριού, προγονού και προγονής.

1.6.2. Οι ανιόντες του ενός συζύγου βα­ρύνουν τον άλλο σύζυγο, εφόσον υπάρχει γάμος μεταξύ τους.
Σύμφωνα με την 365/1985 γνωμοδότηση της Νομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό καθορίζεται ότι προϋπόθεση αναγνώρισης του ανιόντος του ενός των συζύγων ως βαρύνοντα υπό την έννοια των διατάξεων αυτών τον άλλο σύζυγο, αποτελεί η ύπαρξη του γάμου και συνεπώς σε περίπτωση λύσης του γάμου είτε δια διαζυγίου είτε λόγω του θανάτου του ενός εκ των συζύγων, ο ανιών τούτου δε θεωρείται ως βαρύνον το φορολογούμενο πρόσωπο, εφόσον δια του διαζυγίου ή του θανάτου του συζύγου του οποίου είναι ανιών, ελύθη ο γάμος και η συζυγική σχέση και ο ανιών αυτός δεν είναι πλέον ανιών του συζύγου του φορολογουμένου αλλά του τέως συζύγου τούτου.
Εάν ήθελε ο νομοθέτης να θεωρείται ο ανιών του αποβιώσαντος συζύγου ως βαρύνον το φορολογούμενο πρόσωπο με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, όταν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής των, θα όριζε τούτο ρητά. Αντίθετο επιχείρημα, εν όψει της ειδικότητας των ρυθμίσεων του φορολογικού νόμου και της επιβαλλόμενης στενής ερμηνείας αυτών, δεν μπορεί να στηριχθεί στις διατάξεις του άρθρου 1462 του Α.Κ. οι οποίες ορίζουν ότι: «Αγχιστεία. Οι συγγενείς εξ αίματος του ενός από τους συζύγους είναι συγγενείς εξ αγχιστείας του άλλου στην ίδια γραμμή και τον ίδιο βαθμό. Η συγγένεια εξ αγχιστείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου από τον οποίο δημιουργήθηκε».

1.7. Οι αδελφοί και οι αδελφές και των δύο συζύγων βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον παρουσιάζουν αναπηρία.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., μεταξύ των βαρυ­νόντων το φορολογούμενο φυσικών προσώπων είναι και οι αδελφοί και οι αδελφές και των δύο συζύγων οι οποίοι είναι άγαμοι ή διαζευγμένοι ή είναι σε κατάσταση χηρείας, με την προϋπόθεση ότι παρουσιάζουν αναπηρία 67% και άνω από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση.
1.7.1. Οι αδελφοί και οι αδελφές συζύγου οι οποίοι είναι άγαμοι ή διαζευγμένοι ή χήροι ανάπηροι με αναπηρία 67% και άνω, βαρύνουν το φορολογούμενο εφόσον υφίσταται μεταξύ τους γάμος.
Δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο τα ανάπηρα αδέλφια του άλλου συζύγου, όταν οι σύζυγοι είναι σε κατάσταση χηρείας ή είναι διαζευγμένοι ( ΠΟΛ.1044/14.12.1989 εγκύκλιος Υπ. Οικονομικών).

1.8. Οι ανήλικοι ορφανοί από πατέρα και μητέρα συγγενείς, μέχρι τον τρίτο βαθμό και των δύο συζύγων, βαρύνουν το φορολογούμενο.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης η της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. προβλέπεται ότι μεταξύ των φυσικών προσώπων τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο είναι και οι ανήλικοι, δηλαδή αυτοί που έχουν ηλικία μέχρι 18 ετών, ορφανοί από πατέρα και μητέρα συγγενείς και των δύο συζύγων μέχρι τον τρίτο βαθμό, δηλαδή οι άγαμοι ανήλικοι αδελφοί, οι άγαμοι ανήλικοι εγγονοί και εγγονές, καθώς και οι άγαμοι ανήλικοι ανιψιοί και ανιψιές.

2. Τα ανήλικα άγαμα τέκνα, τα ενήλικα άγαμα τέκνα μέχρι 25 ετών που σπουδάζουν κ.λ.π., θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συνοικούν με αυτόν και το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει τα 2.900 ευρώ ή το ποσό των 6000 ευρώ εάν παρουσιάζουν αναπηρία 67% και άνω.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στις περιπτώσεις β έως και η της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και Κώδικα, όπως αναφέραμε στις προηγούμενες παραγράφους 1.2 έως και 1.8., θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο μόνο εφόσον συνοικούν με αυτόν και δεν έχουν αποκτήσει ετήσιο καθαρό φορολογούμενο και απαλλασσόμενο (πραγματικό ή τεκμαρτό) εισόδημα πάνω από 2900 ευρώ ή πάνω από 6000 ευρώ αν τα πρόσωπα αυτά παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση.
Σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο διαμένει προσωρινά σε νοσοκομείο ή κλινική για παροχή νοσηλείας, εξετάζεται αν συγκατοικούσε με το φορολογούμενο πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο ή στην κλινική ή αν τυχόν διατηρούσε δική του ξεχωριστή από το φορολογούμενο κατοικία.
Αν κάποιο από τα ως άνω πρόσωπα έχει αποκτήσει εισόδημα μέχρι 2900 ή 6000 ευρώ αν είναι ανάπηρο και έχει υποχρέωση να υποβάλει ατομική φορολογική δήλωση, λόγω του είδους του εισοδήματος που απέκτησε (π.χ. ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων πάνω από 600 ευρώ) τότε το πρόσωπο αυτό εξακολουθεί να θεωρείται ότι βαρύνει το φορολογούμενο, εφόσον συνοικεί με αυτόν και δεν έχει δική του οικογένεια.
Επίσης με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι τα εισοδήματα των ανηλίκων τέκνων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται στο συνολικό εισόδημα του γονέα, δε λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να εξεταστεί αν τα τέκνα αυτά βαρύνουν το φορολογούμενο ( ΠΟΛ. 1044/14.02.1989 εγκύκλιος Υπ. Οικονομικών).
Ύστερα από τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι ένα φυσικό πρόσωπο για να θεωρηθεί ότι βαρύνει το φορολογούμενο, πρέπει να συντρέχουν οι εξής δύο προϋποθέσεις:
α) να υπάρχει συγκατοίκηση και
β) το πρόσωπο που βαρύνει το φορολογούμενο να μην έχει αποκτήσει ετήσιο καθαρό φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημα (πραγματικό ή τεκμαρτό) πάνω από 2900 ή πάνω από 6000 ευρώ, αν το πρόσωπο αυτό παρουσιάζει αναπηρία 67% και άνω από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση.
Διαχρονικά τα ως άνω ποσά έχουν ως εξής:
α) τα οικονομικά έτη 2004 και 2005 1200 ευρώ ή 2500 αν έχουμε αναπηρία 67% και άνω ( παράγραφος 2 άρθρου 7 Ν. 3091/2002 ) και
β) το οικονομικό έτος 2006 μέχρι σήμερα 2900 ευρώ ή 6000 αν έχουμε αναπηρία 67% και άνω ( παράγραφος 1 άρθρου 26 Ν. 3427/2005 ).

2.1. Τα ανήλικα άγαμα τέκνα των διαζευγμένων συζύγων βαρύνουν τον ή τη σύζυγο που έχει την επιμέλεια αυτών.
Το Υπουργείο Οικονομικών με την ΠΟΛ.1219/24.08.1995 εγκύκλιό του, κοινοποίησε τη 250/1994 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. , η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό και προβλέπει σε περίληψη τα ακόλουθα:
α) ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα ορισμένου αφορολόγητου ποσού (προσωπικού) χωρίς δικαιολογητικά για κάθε ανήλικο τέκνο του, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η συνοίκηση του τέκνου με το φορολογούμενο,
β) αν με δικαστική απόφαση έχει αφαιρεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας και αυτή έχει ανατεθεί αποκλειστικά στη μητέρα, έχει (η μητέρα) δικαίωμα αφορολόγητου ποσού για το παιδί, όταν δεν έχει εκδοθεί διαζύγιο, με τις γνωστές προϋποθέσεις,
γ) Το τέκνο πρέπει να θεωρηθεί ότι βαρύνει το γονέα με τον οποίον συνοικεί ολόκληρο ή το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του έτους, χωρίς να παίζει ρόλο το γεγονός (περιστασιακό άλλωστε ) ότι κατά τους τρεις μήνες των διακοπών διαμένει με τον άλλο γονέα. Όταν όμως το παιδί διαμένει με τον καθένα από τους γονείς κατά ίσο χρονικό διάστημα, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το τέκνο συνοικεί έξι μήνες με τον κάθε γονέα, ώστε για το διάστημα αυτό βαρύνει τον κάθε γονέα και
δ) Όταν έχει εκδοθεί διαζύγιο ισχύουν οι ίδιες ως άνω απαντήσεις.

2.2. Η συνοίκηση του φορολογούμενου με τα πρόσωπα τα οποία τον βαρύνουν, υπάρχει και στην περίπτωση προσωρινής απομάκρυνσής του για κάποια αιτία.
Από το Υπ. Οικονομικών με το Ε. 17585/1955 έγγραφό του έχει γίνει δεκτό ότι εξακολουθεί να υπάρχει συνοίκηση του φορολογουμένου με τα πρόσωπα τα οποία τον βαρύνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., έστω και αν διακόπτεται η κοινή κατοικία για λόγους που οφείλονται σε νόμιμη αιτία ή πραγματική ανάγκη, όπως π.χ. στην περίπτωση της μετάθεσης, της ασθένειας, των σπουδών κ.λπ.. Κατά συνέπεια, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, ο φορολογούμενος δικαιούται των προβλεπομένων από το νόμο φορολογικών ελαφρύνσεων γι΄ αυτά τα προστατευόμενα μέλη.

2.3. Υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από τα πρόσωπα τα οποία βαρύνουν το φορολογούμενο, δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως προσώπων που τον βαρύνουν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. τα τέκνα του φορολογούμενου, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι αδελφές των δύο συζύγων, οι ανήλικοι ορφανοί από πατέρα και μητέρα συγγενείς μέχρι και του 3ου βαθμού οποιουδήποτε από τους συζύγους, που υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και κώδικα, θεωρούνται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συνοικούν με αυτόν και το άθροισμα του φορολογούμενου και απαλλασσόμενου εισοδήματός του (πραγματικού ή και τεκμαρτού), δεν υπερβαίνει το ποσό των 1200 ή το ποσό των 2500 ευρώ αν τα πρόσωπα αυτά (τέκνα κ.λ.π.) παρουσιάζουν αναπηρία 67% και άνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία. Τα πασά των 1200 και 2500 ευρώ ισχύουν μέχρι 31.12,2005 και από 01.01.2006 τα ποσά αυτά έγιναν 2900 και 6000 ευρώ αντίστοιχα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του Ν.3427/2005 . Διευκρινίζεται ότι προκειμένου για ανήλικα τέκνα, στο υπόψη εισόδημά τους δε συνυπολογίζονται τα εισοδήματά τους τα οποία προστίθενται στο συνολικό εισόδημα του γονέα τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κ.Φ.Ε.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του δεύτερου και επόμενων εδαφίων του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε. ορίζονται οι περιπτώσεις που τα φυσικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος το οποίο αποκτούν, έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, επειδή στο νόμο δε γίνεται διάκριση, προκύπτει ότι ένα πρόσωπο μπορεί να έχει υποχρέωση να υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος και συγχρόνως μπορεί να αναφέρεται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλεται από άλλο φορολογούμενο, ως πρόσωπο που τον βαρύνει. Αυτό συμβαίνει, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., με βάση τις οποίες κρίνεται πότε θεωρείται ένα πρόσωπο ότι βαρύνει άλλο φορολογούμενο, ενώ συγχρόνως συντρέχουν και οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες αυτό το πρόσωπο έχει υποχρέωση να υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε.
Παράδειγμα: ανήλικος ο οποίος αποκτά ετήσιο συνολικό εισόδημα 800 ευρώ από εκμίσθωση ακινήτου που του δωρίθηκε από το θείο του έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, ενώ συγχρόνως ο πατέρας του δικαιούται να το αναφέρει στην ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος ως πρόσωπο το οποίο τον βαρύνει.
Επίσης το ίδιο ισχύει προκειμένου για ενήλικο με φυσική αναπηρία 67% και άνω, το οποίο αποκτά εισόδημα κάτω των 6000 ευρώ (από 01.01.2006 και μετά) για το οποίο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε. έχει υποχρέωση να υποβάλει δήλωση (π.χ. απόκτηση 2000 ευρώ από τη συμμετοχή του σε Ε.Π.Ε.).

2.4. Ανάπηρος αδελφός κάτοχος Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου ο οποίος έχει υποχρέωση να υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, είναι και προστατευόμενο μέλος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε. οι κύριοι ή κάτοχοι επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης για τα εισοδήματά τους, ανεξάρτητα από το αν υπόκεινται ή όχι σε φόρο εισοδήματος.
Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β του άρθρου 18 του Κ.Φ.Ε. το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης διαβίωσης δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για τεκμαρτή δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ο ανάπηρος (αδελφός) βαρύνει φορολογικά τον αδελφό του. Ο τελευταίος έχει δικαίωμα να τον συμπεριλάβει στη δήλωσή του για να έχει τις σχετικές φορολογικές ελαφρύνσεις, άσχετα από το ότι ο ανάπηρος υποβάλλει δική του δήλωση φορολογίας εισοδήματος.
Προκειμένου να ισχύσουν τα ως άνω πρέπει να πληρού­νται οι εξής προϋποθέσεις αθροιστικά:
α) η αναπηρία να ανέρχεται σε ποσοστό 67% και άνω, με βάση γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτρο­πής της αρμόδιας αρχής,
β) ο ανάπηρος να συγκατοικεί με τον αδελφό του,
γ) το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδη­μα του αναπήρου, πραγματικό και τεκμαρτό, να μην υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ και
δ) το αναπηρικό αυτοκίνητο να απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας.

2.5. Εισοδήματα τα οποία δε λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ορίου εισοδήματος των προσώπων, που πρόκειται να βαρύνουν το φορολογούμενο, είναι το τεκμαρτό εισόδημα κύριας ή δευτερεύουσας κατοικίας ή η παραχώρηση της χρήσης ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα κ.λπ., καθώς και τα ποσά τα οποία καταβάλλονται στο ανήλικο τέκνο ως διατροφή.
Σχετικά με το ως άνω θέμα, το Υπ. Οικονομικών με την ΠΟΛ. 1099/06.04.2001 εγκύκλιό του ερμηνεύοντας ορισμένες διατάξεις του Ν.2873/2000, παρέχει τις εξής οδηγίες:
Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του παραπάνω νόμου 2873/2000 αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. . Με τις διατάξεις αυτές καθορίζονται ρητά τα εισοδήματα τα οποία δε λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ορίου εισοδήματος των 2900 και 6000 ευρώ (ισχύουν τα ποσά αυτά από το οικονομικό έτος 2006 μέχρι σήμερα), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
α) το τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας ή δευτερεύουσας κατοικίας ή την παραχώρηση της χρήσης ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα, σε πρόσωπα που είναι συγγενείς εξ αίματος, δηλαδή γονείς - παιδιά - εγγόνια - αδέλφια.
β) τα εισοδήματα των ανηλίκων τέκνων που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται στο εισόδημα του γονέα,
γ) τα ποσά τα οποία καταβάλλονται στο ανήλικο τέκνο ως διατροφή, με βάση δικαστική απόφαση ή ύστερα από συμφωνία η οποία καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και
δ) το εξωιδρυματικό επίδομα της περίπτωσης ε της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του Κ.Φ.Ε. και τα προνοιακά επιδόματα τα οποία χορηγούνται σε άτομα με διάφορες αναπηρίες (ισχύς από οικονομικό έτος 2006).
Επίσης, με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο τα ανήλικα άγαμα τέκνα και οι ανήλικοι ορφανοί από πατέρα και μητέρα συγγενείς μέχρι τον τρίτο βαθμό με οποιονδήποτε από τους συζύγους, εάν αποκτούν εισόδημα από εμπορικές ή γεωργικές επιχειρήσεις ή αμοιβές από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος, εκτός εάν το σχετικό αυτό δικαίωμα το απόκτησαν οι παραπάνω ανήλικοι από κληρονομιά, οπότε θεωρούνται προστατευόμενα μέλη.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε του άρθρου 50 του Ν. 2873/2000 , ισχύουν για τα εισοδήματα τα οποία αποκτούν ή τις δαπάνες που πραγματοποιούν οι υπόχρεοι από 01.01.2001 και μετά.

2.6. Τα τέκνα του φορολογούμενου τα οποία φιλοξενούνται ως τρόφιμοι σε ιδρύματα Ιερών Μητροπόλεων, δεν τον βαρύνουν.
Σχετικά με το παραπάνω θέμα το Υπ. Οικονομικών με το 1014357/26/31.01.1996 έγγραφό του δέχεται ότι εφόσον ο ανάπηρος γιός φορολογούμενου δε συνοικεί μαζί του, όπως ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. , αλλά φιλοξενείται ως τρόφιμος σε ίδρυμα Ιερής Μητρόπολης, δε θεωρείται ότι βαρύνει (από φορολογική πρακτική) το φορολογούμενο.

2.7. Τα πρόσωπα βα­ρύ­νουν το φορολογούμενο εφόσον διαμένουν προσωρινά σε νοσοκομείο ή σε κλινική, υπό προϋποθέσεις.
Το Υπ. Οικονομικών με την ΠΟΛ. 1044/14.02.1989 εγκύκλιό του δέχεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία κάποιο πρό­σωπο των περιπτώσεων β έως και η της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. διαμένει προσωρινά σε νοσοκομείο ή κλινική για παροχή νοσηλείας, εξετάζεται αν συγκατοικούσε με το φορολογούμενο πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο ή στην κλινική ή αν τυχόν διατηρούσε δική του ξεχωριστή από το φορολογούμενο κατοικία. Σε καταφατική περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση που συγκατοικούσε πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο κ.λπ., βαρύνει το φορολογούμενο.

2.8. Τα τέκνα των συζύγων που συμβιούν βαρύνουν το σύζυγο.
Το Υπ. Οικονομικών με το 1136130/2565/23.12.1996 έγγραφό του δέχεται ότι από το συνδυασμό των περιπτώσεων β, γ, δ και ε της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., καθώς και της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στην περίπτωση συζύγων που συμβιούν με τα τέκνα, βαρύνουν το σύζυγο.

2.9. Τέκνα προερχόμενα από νόμιμο γάμο, εξώγαμα τα οποία νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρίστηκαν και τα υιοθετη­μένα βαρύνουν το φορολογούμενο. Τέκνα τα οποία οι φορολογούμενοι έχουν αναλάβει με αναδοχή από τον εισαγγελέα, δεν τους βαρύνουν.
Όπως προκύπτει από τον Α.Κ. (οικογενειακό δίκαιο), γνήσια τέκνα είναι αυτά τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο ή τα εξώγαμα τα οποία νομιμοποιήθηκαν ή αναγνωρίστηκαν και τα υιοθετημένα. Κατά συνέπεια εφόσον στις περιπτώσεις β, γ, δ, και ε της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. και της παραγράφου 2 του ίδιου Κώδικα, δε γίνεται διάκριση μεταξύ των τέκνων τα οποία προέρχονται από νόμιμο γάμο, των εξώγαμων και υιοθετημένων, τότε όλα τα ως άνω τέκνα βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει το ίδιο άρθρο και κώδικας.
Αντίθετα, από τα παραπάνω συνάγεται ότι εφόσον το τέκνο το οποίο έχει αναλάβει φορολογούμενος με αναδοχή από εισαγγελέα και δεν εμπίπτει σε μια από τις ως άνω κατηγορίες τέκνων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τον βαρύνει (1004474/69/21.08.1991 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

2.10. Το εξωιδρυματικό επίδομα και τα προνοιακά επιδόματα, δε λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ορίου του εισοδήματος που μπορεί να αποκτούν τα πρόσωπα (τέκνα, γονείς, αδέλφια κ.λ.π.) προκειμένου να θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν.3522/2006 , οι οποίες ερμηνεύτηκαν με την ΠΟΛ. 1052/15.03.2007 εγκύκλιο, προστέθηκε περίπτωση δ στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε.
Με τις νέες ως άνω διατάξεις προστέθηκε στα ισχύοντα μέχρι τώρα εισοδήματα και το εξωιδρυματικό επίδομα και τα προνοιακά επιδόματα, τα οποία δε λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ορίου του εισοδήματος που μπορούν να αποκτούν τα πρόσωπα (τέκνα, γονείς, αδέλφια κ.λπ.), προκειμένου να θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο.
Τα παραπάνω ισχύουν, σύμφωνα με την περίπτωση γ του άρθρου 39 του Ν.3522/2006 από το οικονομικό έτος 2006 και μετά.

2.11. Ενήλικος φοιτητής ο οποίος καλύπτει την ανέγερση της οικοδομής του με πώληση οικοπέδου βαρύνει το γονέα του.
Φοιτητής 24 ετών υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος δηλώνοντας δαπάνες ανέγερσης οικοδομής κάτω του ποσού των 2.900 ευρώ, τις οποίες κάλυψε με έσοδα τα οποία προήλθαν από πώληση οικοπέδου του.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ο εν λόγω φοιτητής υποχρεούται μεν σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ε της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε. , αναλαμβάνοντας το τεκμήριο ανέγερσης της οικοδομής με την πώληση του οικοπέδου, θα εξακολουθεί όμως να είναι προστατευόμενο μέλος του γονέα του, σύμφωνα με την περίπτωση γ της παραγράφου 1 και παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. (1031605/592/14.05.2007 και 1026163/517/31.05.2005 έγγραφα Υπ. Οικονομικών).

2.12. Ενήλικος φοιτητής ο οποίος είναι κάτοχος Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου μπορεί να βαρύνει το φορολογούμενο.
Γιος φορολογούμενου είναι κάτοχος Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου και συγχρόνως φοιτητής. Αν ο γιός συνοικεί με τον πατέρα του και απέκτησε εισόδημα ύψους κατώτερου από εκείνο το οποίο προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε., τότε θεωρείται ότι βαρύνει τον πατέρα του, έστω και αν είναι κάτοχος Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου. Αν το αυτοκίνητο αυτό το χρησιμοποιεί ο πατέρας του για τις οικογενειακές ή ατομικές του ανάγκες, δεν πρέπει ο γιος να υποβάλει ξεχωριστή δήλωση φόρου εισοδήματος αλλά θα συμπεριληφθεί στη δήλωση του πατέρα του ως προστατευόμενο μέλος (Μ. 344/01.03.1998 έγγραφο Υπ. Οικονομικών).

Πηγή, http://www.e-forologia.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Διαχειριστής δεν υποχρεούται σε απαντήσεις επί των σχολίων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα δίδονται έναντι αμοιβής, όπως αναφέρεται σχετικά στο πάνω μέρος του ιστολογίου στο κουτάκι με το τίτλο ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ.