Για τα ερωτήματά σας προτιμήστε την αποστολή email (simvoulatoras@gmail.com) ή την συμπλήρωση της φόρμας με τον τίτλο «Ρωτήστε μας» που υπάρχει κάτω ακριβώς από τον τίτλο του ιστολογίου. Ελάχιστη αμοιβή 20 ευρώ +Φπα 24%. Ελάχιστη αμοιβή για ραντεβού 50 ευρώ +Φπα 24%.

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Θεόδωρος Ζιάκας – Το ΠΑΣΟΚ και ο ελληνικός ατομισμός

Το ΠΑ­ΣΟΚ δια­χει­ρί­στη­κε μια κρί­σι­μη «φά­ση με­τά­βα­σης». Εί­χε στη διά­θε­σή του κά­ποια δε­δο­μέ­να μέ­σα και η δια­χεί­ρι­σή του ο­δή­γη­σε σε ο­ρι­σμέ­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Ο α­πο­λο­γι­σμός της πα­ρου­σί­ας του στη ζω­ή της χώ­ρας εί­ναι χρή­σι­μος στο μέ­τρο που
 α­πα­ντά στα τρί­α αυ­τά ζη­τή­μα­τα: Ποιο ή­ταν το πε­ριε­χό­με­νο της «με­τά­βα­σης» που δια­χει­ρί­στη­κε (με­τά­βα­ση α­πό τι και σε τι), ποια ή­ταν τα μέ­σα που εί­χε στη διά­θε­σή του και τέ­λος πώς α­ξιο­λο­γού­νται τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της δια­χεί­ρι­σής του. Στο κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί θα α­να­φερ­θώ στα τρί­α αυ­τά ζη­τή­μα­τα και θα κλεί­σω με το φαι­νό­με­νο του γε­νι­κού εκ­πα­σο­κι­σμού.
Το ΠΑ­ΣΟΚ πέ­τυ­χε, σ’ αυ­τό το διά­στη­μα, να εκ­πα­σο­κί­σει α­κό­μα και τους φα­να­τι­κό­τε­ρους α­ντι­πά­λους του. Ο Κ. Κα­ρα­μαν­λής (ο α­νη­ψιός), για πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο­φθαλ­μο­φα­νώς «πα­σο­κι­κό­τε­ρος» του Ση­μί­τη. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, να υ­πάρ­χει μια κοι­νή «πα­σο­κι­κή ου­σί­α», στην ο­ποί­α με­τέ­χουν οι πά­ντες. Θα κοι­τά­ξω να δω πώς α­πο­κρυ­σταλ­λώ­νε­ται κοι­νω­νι­κά η «ου­σί­α» αυ­τή.

Ο χα­ρα­κτή­ρας της με­τά­βα­σης Στο διά­στη­μα που συ­ζη­τά­με τε­λειώ­νουν τρεις «ε­πο­χές»: μια στην κλί­μα­κα της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρί­ας και δυο στην κλί­μα­κα της πα­γκό­σμιας ι­στο­ρί­ας. Στη δι­κή μας κλί­μα­κα εί­ναι η κα­τάρ­ρευ­ση της πα­ρα­δο­σια­κής εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πό­λω­σης. Στη διε­θνή κλί­μα­κα εί­ναι η κα­τάρ­ρευ­ση του υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού και η με­τά­βα­ση του δυ­τι­κού (νε­ω­τε­ρι­κού) πο­λι­τι­σμού στο στά­διο του «με­τα­μο­ντερ­νι­σμού».
Η δια­χεί­ρι­ση των τριών αυ­τών «με­τα­βά­σε­ων», ό­που η πρώ­τη ε­ντάσ­σε­ται στη δεύ­τε­ρη και η δεύ­τε­ρη στην τρί­τη, α­παι­τού­σε και το α­ντί­στοι­χο «τρι­πλό πρό­γραμ­μα» (που να βγά­ζει τη χώ­ρα α­πό την εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κή πό­λω­ση, να α­πα­ντά στις προ­κλή­σεις της με­τα­δι­πο­λι­κής διε­θνούς κα­τά­στα­σης και να προ­ε­τοι­μά­ζει τον Ελ­λη­νι­σμό για τη με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή ε­πο­χή). Προ­φα­νώς το ΠΑ­ΣΟΚ εί­χε σχέ­διο για τον πρώ­το με­τα­σχη­μα­τι­σμό. Ας το ο­νο­μά­σου­με «πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης». Για τον δεύ­τε­ρο ό­μως με­τα­σχη­μα­τι­σμό δεν εί­χε τί­πο­τα. Νό­μι­ζε ό­τι ο δι­πο­λι­σμός εί­ναι μό­νι­μη στα­θε­ρά του πα­γκό­σμιου συ­στή­μα­τος. Κι ο σο­σια­λι­σμός η μο­να­δι­κή και α­ξε­πέ­ρα­στη α­πά­ντη­ση στο κοι­νω­νι­κό πρό­βλη­μα. Για τον τρί­το με­τα­σχη­μα­τι­σμό, που α­πο­τε­λεί και τη βα­θύ­τε­ρη ου­σί­α του δεύ­τε­ρου, ού­τε λό­γος. Το ΠΑ­ΣΟΚ, ό­πως και ο­λό­κλη­ρο το πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, τον α­γνο­εί.

Έ­τσι, ε­νώ πε­τύ­χαι­νε τους βρα­χυ­πρό­θε­σμους στό­χους του, το ΠΑ­ΣΟΚ προ­ε­τοί­μα­ζε τη χώ­ρα για έ­να μέλ­λον τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κό απ’ αυ­τό που πράγ­μα­τι ερ­χό­ταν.

Το πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης
Ε­μπνευ­στής του προ­γράμ­μα­τος της Με­τα­πο­λί­τευ­σης ή­ταν ο Κ. Κα­ρα­μαν­λής και ε­κτε­λε­στής του ο Α. Πα­παν­δρέ­ου. Οι στό­χοι του θα μπο­ρού­σαν να συ­νο­ψι­στούν σε τρί­α ση­μεί­α: Άρ­ση του εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κού δι­χα­σμού, α­πο­κα­τά­στα­ση της δη­μο­κρα­τί­ας, έ­ντα­ξη στην Ε­ΟΚ (Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση σή­με­ρα). Ει­δι­κό­τε­ρα:
- Άρ­ση της εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πό­λω­σης: Ά­νοιγ­μα του κρά­τους στην α­πο­κλει­σμέ­νη πλειο­νό­τη­τα του πλη­θυ­σμού. Κοι­νω­νι­κές πα­ρο­χές, για την α­να­κού­φι­ση των κα­τώ­τε­ρων στρω­μά­των. Δια­χεί­ρι­ση της α­πο­βιο­μη­χά­νι­σης (κρα­τι­κο­ποί­η­ση των προ­βλη­μα­τι­κών). Α­ντι­με­τώ­πι­ση της α­πα­σχό­λη­σης με προ­σφυ­γή στον κρα­τι­σμό.1 
- Α­πο­κα­τά­στα­ση της δη­μο­κρα­τί­ας: Α­να­γνώ­ρι­ση της Ε­θνι­κής Α­ντί­στα­σης. Ε­γκα­θί­δρυ­ση πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, βα­σι­σμέ­νου στην πε­λα­τεια­κή δια­χεί­ρι­ση των πο­λι­τι­κών σχέ­σε­ων. Το κοι­νο­βού­λιο, τα συν­δι­κά­τα και οι συ­νε­ται­ρι­σμοί, θε­ω­ρού­νται τα «τρί­α βά­θρα» του. Σύ­στη­μα α­ξιο­ση­μεί­ω­τα στα­θε­ρό: ξε­πέ­ρα­σε με ε­πι­τυ­χί­α την κρί­ση του ’89 και ε­πι­βιώ­νει των δύ­ο ι­δρυ­τών της. Για πρώ­τη φο­ρά η νε­ώ­τε­ρη Ελ­λά­δα γνω­ρί­ζει, ε­πί τό­σα συ­να­πτά έ­τη, συν­θή­κες πο­λι­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας. 
- Έ­ντα­ξη στην Ε­ΟΚ: Με­τά­θε­ση της Προ­στα­σί­ας α­πό τις Η­ΠΑ στην Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση. Ε­πι­τυ­χής δια­χεί­ρι­ση-ε­κτό­νω­ση του α­ντι­δυ­τι­κι­σμού και ει­δι­κό­τε­ρα του α­ντια­με­ρι­κα­νι­σμού. Με­τά­θε­ση των προ­βλη­μά­των Ελ­λά­δας-Τουρ­κί­ας στο πε­δί­ο των ευ­ρω-τουρ­κι­κών σχέ­σε­ων. Κα­ρα­μαν­λής: μπή­κα­με στην Ε.Ο.Κ. ό­χι για οι­κο­νο­μι­κούς αλ­λά για ε­θνι­κούς λό­γους. Η «α­πο­τρε­πτι­κή στρα­τη­γι­κή» ε­πα­φί­ε­ται στα «διε­θνή ε­ρεί­σμα­τα» της χώ­ρας και πριν απ’ ό­λα τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά. Ο στρα­τιω­τι­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων α­φή­νε­ται να αλ­λά­ξει υ­πέρ της Τουρ­κί­ας.

Τα δια­θέ­σι­μα μέ­σα αυ­τού του προ­γράμ­μα­τος ή­ταν: α) ο χα­ρι­σμα­τι­κός η­γέ­της, β) μια θε­ω­ρί­α-κρά­μα νε­ο­μαρ­ξι­σμού και στα­λι­νι­σμού και γ) η μα­ζι­κή κι­νη­το­ποί­η­ση των «μη προ­νο­μιού­χων», στη βά­ση μιας α­λυ­τρω­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας με έ­ντο­να α­ντι­μπε­ρια­λι­στι­κά και λα­ϊ­κι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.

Η υ­πέρ­βα­ση του δι­πο­λι­σμού
Το πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης ή­ταν ε­πι­φα­νεια­κό, ε­πει­δή δεν συ­νέ­δε­ε τον ελ­λη­νι­κό δι­χα­σμό με την ει­δι­κή θέ­ση της χώ­ρας στα πλαί­σια του δι­πο­λι­σμού.2 Έ­τσι ό­ταν ήρ­θε η κα­τάρ­ρευ­ση του α­να­το­λι­κού μπλοκ και α­κυ­ρώ­θη­καν οι γε­ω­πο­λι­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις του μα­κρό­χρο­νου μα­ρα­σμού της, κα­μιά ι­δε­ο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α δεν εί­χε γί­νει, ώ­στε να α­ξιο­ποι­η­θούν οι και­νούρ­γιες ευ­νο­ϊ­κές συν­θή­κες. Α­πε­να­ντί­ας νιώ­σα­με ό­τι χά­νου­με το έ­δα­φος κά­τω α­πό τα πό­δια μας. Η πο­λι­τι­κή σκέ­ψη του ΠΑ­ΣΟΚ, και των άλ­λων κομ­μά­των, πα­ρέ­μει­νε ε­γκλω­βι­σμέ­νη στους νάρ­θη­κες του δι­πο­λι­σμού. Η πτώ­ση του υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού ερ­μη­νεύ­τη­κε ως «ήτ­τα των λα­ών» και η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση σαν μο­νό­δρο­μος προς τον γκρε­μό. Α­πο­τέ­λε­σμα: σύγ­χυ­ση και α­δυ­να­μί­α προ­σα­να­το­λι­σμού. Α­παι­σιο­δο­ξί­α και α­τε­λεύ­τη­τη θρη­νω­δί­α, μη­δε­νι­σμός και ρα­για­δι­σμός.
Η α­γκύ­λω­ση στη δι­πο­λι­κή σκέ­ψη δεν μας ε­πι­τρέ­πει ει­δι­κό­τε­ρα να κα­τα­νο­ή­σου­με τη νέ­α δο­μή του πα­γκό­σμιου συ­στή­μα­τος και τον ρό­λο των Η­ΠΑ σ’ αυ­τήν. Ού­τε τον νέ­ο ρό­λο των ε­θνών στα πλαί­σια της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης. Δεν α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε ό­τι ο α­ντα­γω­νι­σμός με­τα­ξύ των ε­θνών για τη βελ­τί­ω­ση της θέ­σης τους στη διε­θνή πυ­ρα­μί­δα της ι­σχύ­ος εί­ναι η μό­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ού­τε τον πο­λυώ­νυ­μο χα­ρα­κτή­ρα της ι­σχύ­ος (στρα­τιω­τι­κό, οι­κο­νο­μι­κό, πο­λι­τι­κό, τε­χνο­λο­γι­κό, πο­λι­τι­στι­κό, δη­μο­γρα­φι­κό) κα­τα­λα­βαί­νου­με. Δυ­στρο­πού­με στη δια­πί­στω­ση ό­τι, για το προ­βλε­πτό μέλ­λον, προ­ο­πτι­κή έ­χουν μό­νο οι ε­θνι­κές στρα­τη­γι­κές που α­ξιο­ποιούν τις γε­νι­κές α­παι­τή­σεις του πα­γκό­σμιου συ­στή­μα­τος (την α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα, τη συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τα, την α­να­ζή­τη­ση της στα­θε­ρό­τη­τας). Δεν η­χεί κα­θό­λου ευ­χά­ρι­στα στ’ αυ­τιά μας η ι­δέ­α ό­τι προ­ϋ­πό­θε­ση της ε­θνι­κής ε­πι­βί­ω­σης, στο νέ­ο διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον, εί­ναι η ι­κα­νό­τη­τα να προ­σφέ­ρεις λύ­σεις στα προ­βλή­μα­τα των γύ­ρω σου. Ό­τι αν μέ­νεις στά­σι­μος και δεν α­νοί­γεις δρό­μο, σ’ αυ­τούς που τρέ­χουν πί­σω σου, τό­τε α­πλώς θα σε πο­δο­πα­τή­σουν.
Τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πο­λι­κού κό­σμου -η κοι­νω­νι­κή και η ε­θνι­κή α­νι­σό­τη­τα, το οι­κο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα, η α­πο­σύν­θε­ση της κοι­νω­νι­κής συ­νο­χής- με­τα­φέρ­θη­καν στο με­τα­δι­πο­λι­κό σύ­στη­μα και ε­πι­δει­νώ­νο­νται. Η α­ντι­με­τώ­πι­σή τους α­πο­τε­λεί τώ­ρα βα­σι­κή α­νά­γκη των ε­θνών-κρα­τών και των ό­ποιων συλ­λο­γι­κών συσ­σω­μα­τώ­σε­ών τους. Η ε­θνι­κή και η συλ­λο­γι­κή ι­σχύς βρί­σκο­νται σε συ­νάρ­τη­ση με την ι­κα­νό­τη­τα α­ντι­με­τώ­πι­σης των με­γά­λων αυ­τών προ­βλη­μά­των. Αν στον δι­πο­λι­κό κό­σμο μπο­ρού­σε να έ­χει α­πή­χη­ση η ά­πο­ψη ό­τι, για να λύ­σου­με το κοι­νω­νι­κό πρό­βλη­μα, πρέ­πει να δια­σπά­σου­με και να δια­λύ­σου­με το έ­θνος, μέ­σω της με­τα­τρο­πής της πά­λης των τά­ξε­ων σε εμ­φύ­λιο πό­λε­μο, τώ­ρα ό­λοι έ­χουν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ό­τι κά­τι τέ­τοιο εί­ναι σκέ­τη πα­ρα­φρο­σύ­νη. Κο­ντο­λο­γίς: Χω­ρίς ε­θνι­κή συ­σπεί­ρω­ση και χω­ρίς κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή, εί­ναι α­δύ­να­τη η ε­θνι­κή ε­πι­βί­ω­ση σ’ έ­ναν ει­ρη­νι­κό, αλ­λά πο­λύ σκλη­ρά α­ντα­γω­νι­στι­κό κό­σμο.
Το πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης α­πο­κα­τέ­στη­σε την ε­θνι­κή ε­νό­τη­τα, αλ­λά δεν προ­ε­τοί­μα­σε τον λα­ό και τη χώ­ρα να στη­ρι­χθούν στα δι­κά τους πό­δια. Τα δε­κα­νί­κια του κρα­τι­σμού και της προ­στα­σί­ας κρί­θη­καν α­πο­λύ­τως α­πα­ραί­τη­τα.

Α­πό τον μο­ντερ­νι­σμό στον με­τα­μο­ντερ­νι­σμό
Πί­σω α­πό την κα­τάρ­ρευ­ση του δι­πο­λι­σμού βρί­σκε­ται η με­τά­βα­ση του νε­ω­τε­ρι­κού πο­λι­τι­σμού α­πό τον μο­ντερ­νι­σμό στον με­τα­μο­ντερ­νι­σμό. Στο κέ­ντρο της βρί­σκε­ται η κρί­ση της νε­ω­τε­ρι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης, η α­πο­σά­θρω­ση του μο­ντέρ­νου α­τό­μου και η α­νά­πτυ­ξη του αν­θρω­πο­λο­γι­κού μη­δε­νι­σμού.
Η ι­διά­ζου­σα στην ε­πο­χή του μο­ντερ­νι­σμού «α­πο­μυ­θο­ποί­η­ση» των συλ­λο­γι­κών ταυ­το­τή­των και η α­να­κή­ρυ­ξή τους σε «συμ­βα­τι­κές» και «νο­ε­ρές», ε­πε­κτεί­νε­ται τώ­ρα σε μη­δε­νι­σμό και της ί­διας της α­το­μι­κής ταυ­τό­τη­τας. Οι α­ξί­ες της προ­σω­πι­κό­τη­τας χά­νουν τη ση­μα­σί­α που εί­χαν πριν, κα­θώς ο η­δο­νι­σμός και ο κα­τα­να­λω­τι­σμός α­να­βαθ­μί­ζο­νται σε υ­πέρ­τα­τη υ­παρ­ξια­κή ε­πι­δί­ω­ξη. Η κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή α­πο­σα­θρώ­νε­ται ό­χι μό­νο α­πό τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, αλ­λά κυ­ρί­ως α­πό την κυ­ριαρ­χί­α των μη­δε­νι­στι­κών προ­τύ­πων που ει­σά­γει ο με­τα­μο­ντερ­νι­σμός. Η α­πο­σά­θρω­ση του υ­πο­κει­μέ­νου κα­θι­στά και τις ό­ποιες πο­λι­τι­κές α­πο­βλέ­πουν στη λύ­ση των προ­βλη­μά­των, α­νε­φάρ­μο­στες και α­τε­λέ­σφο­ρες.
Το ζή­τη­μα εί­ναι γε­νι­κό και α­φο­ρά το Σύ­στη­μα στο σύ­νο­λό του. Μό­νο οι τρό­ποι με­το­χής σ’ αυ­τό δια­φέ­ρουν. Σε μας το πρό­βλη­μα σκια­γρα­φεί­ται πο­λύ κα­θα­ρά στο πε­δί­ο της ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας, κα­θώς α­πό τις θε­τι­κές νε­ω­τε­ρι­κές νο­η­μα­το­δο­τή­σεις της πε­ρά­σα­με, πλη­σί­στιοι, στον ε­θνο­μη­δε­νι­σμό.3 Ο ε­θνο­μη­δε­νι­σμός, ο γραι­κυ­λι­σμός στα καθ’ η­μάς, εί­ναι το οι­κο­σύ­στη­μα του αν­θρω­πο­λο­γι­κού μη­δε­νι­σμού. Η α­ντι­με­τώ­πι­ση του μη­δε­νι­σμού, με τη δι­πλή αυ­τή έν­νοια, εί­ναι το μέ­γα πρό­βλη­μα της ι­στο­ρι­κής φά­σης που δια­νύ­ου­με. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι ε­δώ η α­νά­δει­ξη του Προ­σώ­που, του αν­θρω­πο­λο­γι­κού τύ­που ό­που αί­ρε­ται η πό­λω­ση α­το­μι­κι­σμού–κο­λε­κτι­βι­σμού και πραγ­μα­τώ­νε­ται η α­το­μι­κό­τη­τα της αλ­λη­λεγ­γύ­ης, της αυ­το­νο­μί­ας αλ­λά και της προ­σφο­ράς, της ε­λευ­θε­ρί­ας αλ­λά και της δι­καιο­σύ­νης. 
Το ε­ξορ­γι­στι­κό εί­ναι ό­τι, ε­νώ το πρό­τυ­πο αυ­τό υ­πάρ­χει μό­νο στην ελ­λη­νο-ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση, ε­μείς κά­να­με, στο διά­στη­μα αυ­τό, ό,τι μπο­ρού­σα­με για να α­πο­κό­ψου­με την παι­δεί­α μας α­πό την πα­ρά­δο­ση αυ­τή. Οι αλ­λε­πάλ­λη­λες εκ­παι­δευ­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις (βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα του προ­γράμ­μα­τος της Με­τα­πο­λί­τευ­σης) ι­σο­δυ­να­μούν με πο­λι­τι­στι­κή αυ­το­κτο­νί­α, ε­πει­δή κλεί­νουν τον δρό­μο προς τη με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή ε­πο­χή. Ε­δώ ΠΑ­ΣΟΚ, ΝΔ και Α­ρι­στε­ρά, συ­μπί­πτουν πλή­ρως.
Αλ­λά ας δού­με τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τούς δια­χεί­ρι­σης, ό­πως έ­χουν α­πο­κρυ­σταλ­λω­θεί στο κοι­νω­νι­κό πε­δί­ο.

Το ελ­λη­νι­κό βα­μπίρ
Κυ­ρί­αρ­χος αν­θρω­πο­λο­γι­κός τύ­πος εί­ναι στην Ελ­λά­δα σή­με­ρα το κα­τα­να­λω­τι­κό πα­ρά­σι­το. 
Ο πα­ρα­σι­τι­κός κα­τα­να­λω­τι­σμός α­πο­τε­λεί ε­γκα­θι­δρυ­μέ­νο σύ­στη­μα. Στο κέ­ντρο του βρί­σκε­ται ο πε­λα­τεια­κός κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός, η βα­σι­κή λει­τουρ­γί­α του ο­ποί­ου εί­ναι να εκ­ποιεί το κρά­τος στους ψη­φο­φό­ρους του και το έ­θνος στους δα­νει­στές του. Γύ­ρω του τα ποι­κί­λα «δια­πλε­κό­με­να» και οι «στρα­τοί κα­το­χής» (συ­ντε­χνί­ες, κομ­μα­τι­κές νο­μεν­κλα­τού­ρες, συν­δι­κα­λι­στι­κές μα­φί­ες). Ό­λοι μα­ζί συ­γκρο­τούν έ­ναν ι­διό­μορ­φο ορ­γα­νι­σμό, ο ο­ποί­ος χρη­σι­μο­ποιεί το κρά­τος σαν κέ­λυ­φός του και τρέ­φε­ται α­πό τα πα­ντο­ει­δή ελ­λείμ­μα­τα (στην ά­μυ­να, στην οι­κο­νο­μί­α, στην παι­δεί­α, πα­ντού) – ελ­λείμ­μα­τα που το ί­διο δη­μιουρ­γεί. Ο ορ­γα­νι­σμός αυ­τός δια­σω­λη­νώ­θη­κε μά­λι­στα τό­σο κα­λά με τα ευ­ρω­κοι­νο­τι­κά Τα­μεί­α που ελ­πί­ζει να βγει σώ­ος και α­βλα­βής α­πό τη «λαί­λα­πα της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης». Προ­έ­κυ­ψε α­πό τη συγ­χώ­νευ­ση κοι­νω­νι­κού πα­ρα­σι­τι­σμού, ε­θνι­κού γραι­κυ­λι­σμού και πε­λα­τεια­κού πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, αλ­λά η αν­θρω­πο­λο­γι­κή του βά­ση βρί­σκε­ται στον α­χα­λί­νω­το μη­δε­νι­στι­κό α­το­μι­κι­σμό, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το δια­χρο­νι­κό ελ­λη­νι­κό ά­το­μο στη φά­ση της ο­λο­κλή­ρω­σής του. Εί­ναι το ε­θνι­κό μας βα­μπίρ, το γνω­στό κι α­πό άλ­λες ε­πο­χές της ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρί­ας. Οι­κο­σύ­στη­μά του: το «τέ­λος των ι­δε­ο­λο­γιών» (ε­θνι­κών και κοι­νω­νι­κών).
Η λέ­ξη «κρί­ση» εί­ναι πο­λύ φτω­χή, α­θώ­α και προ­πα­ντός πα­ρα­πλα­νη­τι­κή, για να α­πο­δώ­σει το φαι­νό­με­νο. Μι­λά­με για έ­να α­παί­σιο γλοιώ­δες ον, που τρέ­φε­ται α­πό το αί­μα του έ­θνους και του ο­ποί­ου το δό­ντι έ­χει την ι­διό­τη­τα να ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει την α­ντί­στα­ση του ξε­νι­στή του, δη­μιουρ­γώ­ντας του αρ­χι­κά ροζ ψευ­δαι­σθή­σεις και στη συ­νέ­χεια κοι­νω­νι­κή α­πά­θεια. Το ον αυ­τό, αν και δια­μορ­φώ­θη­κε στα πλαί­σια του ΠΑ­ΣΟΚ, α­φο­μοί­ω­σε ό­λα τα κόμ­μα­τα, τα ΜΜΕ και α­πο­σά­θρω­σε και τα τρί­α βά­θρα της πα­παν­δρε­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Ας δού­με συ­νο­πτι­κά τη δια­δι­κα­σί­α σχη­μα­τι­σμού του.

Η α­να­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού
Η κα­τάρ­ρευ­ση της εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πό­λω­σης, η τό­σο α­να­γκαί­α και ζω­τι­κή για τον τό­πο, α­πε­λευ­θέ­ρω­σε έ­ναν α­χα­λί­νω­το α­το­μι­κι­σμό. Ο α­το­μι­κι­σμός αυ­τός δεν δέ­χε­ται κα­μιά κοι­νω­νι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση. Το μό­νο που ξέ­ρει εί­ναι «τα δι­καιώ­μα­τά του». Δια­περ­νά δε ό­λα τα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και ό­λες τις πο­λι­τι­κές πα­ρα­τά­ξεις. Μοιά­ζει να δια­μορ­φώ­νει έ­να νέ­ο εί­δος «ταυ­τό­τη­τας». Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της έ­χουν α­πο­σα­φη­νι­σθεί με ε­νάρ­γεια: Το πρω­τό­γο­νο ζορ­μπα­λί­κι (το «κα­μά­κι», το σου­βλά­κι, το συρ­τά­κι και τα παι­διά του Πει­ραιά, ται­ρια­στά με το δη­μό­σιο ρα­χά­τι, τον χυ­δαί­ο ι­δε­ο­λο­γι­κό με­τα­πρα­τι­σμό και τη θρη­σκειο­ποι­η­μέ­νη και φολ­κλο­ρι­κή «ε­πί­ση­μη» Ορ­θο­δο­ξί­α). Ζω­ώ­δεις προ­τε­ραιό­τη­τες χρή­μα­τος και ε­ξου­σί­ας, βο­λέ­μα­τος και αυ­τα­σφά­λι­σης,4 πά­νε μα­ζί με το «κού­φιο ντα­η­λί­κι» να καις τη δι­κή σου Νο­μαρ­χί­α5 υ­πό τα έ­ντρο­μα βλέμ­μα­τα του κρά­τους και να κά­νεις εκ­βια­στι­κό συν­δι­κα­λι­σμό εκ του α­σφα­λούς.
Ο τύ­πος αυ­τός ξε­πή­δη­σε ξαφ­νι­κά, α­πό τη μια μέ­ρα στην άλ­λη, υ­πε­ρώ­ρι­μος και σε πλή­ρη ε­ξάρ­τυ­ση, -σαν την Α­θη­νά α­πό το κε­φά­λι του Δί­α. Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μας λέ­νε ό­τι έ­χου­με να κά­νου­με με το ελ­λη­νι­κό ά­το­μο, που μέ­τρο «πά­ντων χρη­μά­των» έ­χει τον ε­αυ­τό του. Μό­λις βρή­κε το οι­κεί­ο πε­ρι­βάλ­λον του, δη­λα­δή συν­θή­κες πο­λι­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας και «τέ­λους ι­δε­ο­λο­γιών», το ά­το­μο αυ­τό α­να­γεν­νή­θη­κε εν ρι­πή ο­φθαλ­μού και μέ­σα α­πό τις στά­χτες αιώ­νων, ό­πως το πε­θα­μέ­νο του σύμ­βο­λο, ο Φοί­νι­κας. Πα­ρα­δό­ξως, λοι­πόν, η κα­τάρ­ρευ­ση του ελ­λη­νι­κού νε­ω­τε­ρι­κού α­τό­μου (κα­τάρ­ρευ­ση της «με­τα­κε­νω­τι­κής»-δια­φω­τι­στι­κής και της «ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κής» – ε­θνο­φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας) δεν ο­δη­γεί στην α­το­μι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα και α­προ­σω­πί­α, ό­πως συμ­βαί­νει στα κέ­ντρα της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, ού­τε στον φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κό-κο­λε­κτι­βι­στι­κό πυ­ρε­τό, που πα­ρα­τη­ρού­με π.χ. στην ι­σλα­μι­κή πε­ρι­φέ­ρεια. Μας με­τα­φέ­ρει στην τε­λευ­ταί­α και «με­τα­μο­ντέρ­να» φά­ση του δι­κού μας προ­νε­ω­τε­ρι­κού τύ­που ε­ξα­το­μί­κευ­σης.
Η α­να­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού αρ­χί­ζει με τη με­τα­τρο­πή του Δη­μο­σί­ου σε «βαλ­σα­μο­ποιεί­ο», για «τα δι­κά μας παι­διά», στη συ­νέ­χεια σε προ­κά­λυμ­μα ε­νός μα­φιό­ζι­κου κλε­πτο­κρα­τι­κού κα­θε­στώ­τος και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με την προ­σπά­θεια ε­κλο­γί­κευ­σης και «εκ­συγ­χρο­νι­σμού» του συ­στή­μα­τος αυ­τού.

Πρώ­τη φά­ση: το «βαλ­σα­μο­ποιεί­ο»
«Βαλ­σα­μο­ποιεί­ο». / Για «τα δι­κά μας παι­διά». Εί­ναι διά­ση­μες φά­σεις-φρά­σεις του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κοι­νο­βου­λευ­τι­κού βί­ου: – Ας τρα­βη­χτούν για λί­γο οι ε­τε­ρό­χθο­νες α­πό την ε­ξου­σί­α, για να μπο­ρέ­σου­με κι ε­μείς «να ρί­ψω­μεν βάλ­σα­μον εις τας πλη­γάς μας» (ψή­φι­σμα Πα­λα­μή­δη 1844). Να βο­λέ­ψου­με κι ε­μείς «τα δι­κά μας παι­διά» (Κ. Μη­τσο­τά­κης 1993).6
Τον πρώ­το και­ρό, ό­ταν ο Αν­δρέ­ας, ο τρο­παιο­φό­ρος ά­γιος των μη προ­νο­μιού­χων, ά­νοι­ξε τις πόρ­τες του κρά­τους στους α­πο­κλει­σμέ­νους α­πό τη Δε­ξιά, το Δη­μό­σιο λει­τούρ­γη­σε, κα­νο­νι­κό­τα­τα, σαν βαλ­σα­μο­ποιεί­ο. Το κό­στος το κά­λυ­ψε, ο σο­φός μας οι­κο­νο­μο­λό­γος, με ε­ξω­τε­ρι­κό δα­νει­σμό (α­ξιο­ποιώ­ντας την «υ­ψη­λή πι­στο­λη­πτι­κή ι­κα­νό­τη­τα της χώ­ρας», δη­λα­δή τη γε­ω­πο­λι­τι­κή υ­πε­ρα­ξί­α που εί­χε για τη Δύ­ση το «οι­κό­πε­δο Ελ­λάς», στα πλαί­σια του α­ντα­γω­νι­σμού των δύ­ο υ­περ­δυ­νά­με­ων).7 Το «κρά­τος της δε­ξιάς», με­τα­βαλ­λό­με­νο σε βαλ­σα­μο­ποιεί­ο, έ­γι­νε στη φά­ση αυ­τή «παλ­λα­ϊ­κό κρά­τος», προ­κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας πλή­ρως ό­λα τα σχε­τι­κά ο­ρά­μα­τα της πα­ρα­δο­σια­κής α­ρι­στε­ράς. Για να τε­θεί ό­μως υ­πό τον έ­λεγ­χο του «λα­ού», ή­ταν α­νά­γκη να κα­τα­λυ­θούν οι ιε­ραρ­χι­κές δο­μές του και η συ­στα­τι­κή τους ερ­γα­σια­κή πει­θαρ­χί­α. Υ­πο­τί­θε­ται ό­τι στη θέ­ση τους θα έ­μπαι­ναν η σο­σια­λι­στι­κή αυ­το­πει­θαρ­χί­α και η υ­ψη­λή υ­πευ­θυ­νό­τη­τα, που α­πορ­ρέ­ουν α­πό τη σο­σια­λι­στι­κή συ­νει­δη­τό­τη­τα. Ό­μως τί­πο­τε απ’ αυ­τά δεν α­να­φά­νη­κε για να κα­λυ­φθεί το κε­νό. Α­πλώς ι­σο­πε­δώ­θη­καν και πα­ρέ­λυ­σαν τα πά­ντα και μό­νο το μι­σθο­λό­γιο των ΔΕ­ΚΟ δεν έ­πα­ψε να α­κο­λου­θεί την α­νιού­σα. Μά­ταια οι Κασ­σάν­δρες πε­ρί­με­ναν την κα­τάρ­ρευ­ση. Ό­λο αυ­τό το διά­στη­μα, το πα­παν­δρε­ϊ­κό κρά­τος, που δεν εί­ναι πλέ­ον κρά­τος στην κυ­ριο­λε­ξί­α, αλ­λά «μη-κρά­τος», α­να­πα­ρά­γε­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα. Χω­ρίς κα­νέ­να α­ξιο­ση­μεί­ω­το πρό­βλη­μα.

Δεύ­τε­ρη φά­ση: ο σχη­μα­τι­σμός του βα­μπίρ
Ποιο εί­ναι το μυ­στι­κό της α­πρό­σκο­πτης α­να­πα­ρα­γω­γής του; Εί­ναι προ­σε­κτι­κά κρυμ­μέ­νο αλ­λά α­πλού­στα­το: Με το να δια­τη­ρεί­ται σκό­πι­μα σε πα­ρά­λυ­τη κα­τά­στα­ση, το ελ­λη­νι­κό μη-κρά­τος λει­τουρ­γεί σαν ξε­νι­στής, κέ­λυ­φος, προ­πέ­τα­σμα και προ­στα­τευ­τι­κή «πα­ραλ­λα­γή», για το βα­μπίρ που έ­χει ε­γκα­τα­βιώ­σει μέ­σα του. Η ά­τυ­πη ε­ξω­θε­σμι­κή λει­τουρ­γί­α του πα­ρα­σι­τι­κού αυ­τού ορ­γα­νι­σμού εί­ναι τέ­λεια ορ­γα­νω­μέ­νη σε ε­πάλ­λη­λα και δια­πλε­κό­με­να α­δια­φα­νή δί­κτυα, που ξε­κι­νούν α­πό το α­θη­να­ϊ­κό λε­κα­νο­πέ­διο και έ­χουν τα πε­ρι­φε­ρεια­κά τους πα­ραρ­τή­μα­τα σε ό­λη τη χώ­ρα. Ως ε­νιαί­ο τώ­ρα δί­κτυο έ­χει διεισ­δύ­σει πα­ντού. Έ­χει δια­βρώ­σει και τις τέσ­σε­ρις «α­νε­ξάρ­τη­τες» ε­ξου­σί­ες: νο­μο­θε­τι­κή, ε­κτε­λε­στι­κή, δι­κα­στι­κή και τύ­πο (γρα­πτό και η­λε­κτρο­νι­κό). Ε­πι­πλέ­ον έ­χει α­πο­σα­θρώ­σει και τα «τρί­α πό­δια» της πα­παν­δρε­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας: τον κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό, τα συν­δι­κά­τα και τους συ­νε­ται­ρι­σμούς. Κα­θώς α­πλώ­θη­κε σε ό­λη τη δια­θέ­σι­μη έ­κτα­ση έ­χει α­πο­κτή­σει την ι­κα­νό­τη­τα να εν­σω­μα­τώ­νει εύ­κο­λα ο­ποια­δή­πο­τε «συλ­λο­γι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση». Μο­να­δι­κός σκο­πός του εί­ναι η συ­στη­μα­τι­κή α­πο­μύ­ζη­ση των πό­ρων του έ­θνους και η καλ­λιέρ­γεια του κα­τάλ­λη­λου κλί­μα­τος α­νο­χής στη δια­φθο­ρά, ώ­στε να μπο­ρεί να συ­νε­χί­ζει α­πε­ρί­σπα­στα το έρ­γο της α­πο­μύ­ζη­σης.
Ως κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο δεν υ­πα­κού­ει σε κα­μιά κλα­σι­κή εν­νοιο­λό­γη­ση (τα­ξι­κή α­νά­λυ­ση κ.λπ.). Εί­ναι ελ­λη­νι­κή ι­διο­τυ­πί­α και χρειά­ζε­ται ει­δι­κές (ελ­λη­νι­κές) έν­νοιες, για να κα­τα­στεί κα­τα­νο­ή­σι­μο. Η α­που­σί­α ει­δι­κών εν­νοιών μας ε­μπο­δί­ζει να το δού­με ως αυ­τό που πράγ­μα­τι εί­ναι: δη­λα­δή ως σύ­στη­μα με ε­σω­τε­ρι­κή νο­μι­μό­τη­τα, με νό­μο α­να­πα­ρα­γω­γής. Έ­τσι ό­μως δεν μπο­ρού­με να το α­ντι­με­τω­πί­σου­με ού­τε ι­δε­ο­λο­γι­κά ού­τε πο­λι­τι­κά. Γί­νε­ται α­ντι­λη­πτό, ό­ταν γί­νε­ται, ως α­θροι­στι­κό σύ­νο­λο η­θι­κών πα­ρε­κτρο­πών, ε­νός με­γά­λου ή μι­κρού α­ριθ­μού αν­θρώ­πων, ο­πό­τε και α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με ξορ­κι­σμούς, η­θι­κο­λο­γί­ες και ευ­χο­λό­για. Κα­τά κα­νό­να ο κό­σμος βλέ­πει α­πλώς τα ε­πι­φαι­νό­με­να: το «πα­ρά­λυ­το κρά­τος» ή τη «γρα­φειο­κρα­τί­α». Και έ­ντε­χνα πεί­θε­ται ό­τι «φταί­νε οι δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι». Στη φαι­νο­με­νο­λο­γί­α αυ­τή, το α­φα­νές πα­ρα­σι­τι­κό μπλοκ προ­σπα­θεί να στη­ρί­ξει ευ­ρύ­τε­ρες συ­ναι­νέ­σεις. Ό­χι για να ά­ρει την «πα­ρα­λυ­σί­α του κρά­τους», αλ­λά για να μειώ­σει α­πλώς το κό­στος του. Η πα­ρα­λυ­σί­α του κρά­τους-ξε­νι­στή εί­ναι ό­ρος α­να­πα­ρα­γω­γής για το πο­λι­τι­κο-κοι­νω­νι­κό του πα­ρά­σι­το.
Το αρ­χι­κό βαλ­σα­μο­ποιεί­ο με­τε­ξε­λί­χθη, λοι­πόν, σε ά­τυ­πη αλ­λά ά­ρι­στα ορ­γα­νω­μέ­νη κλε­πτο­κρα­τί­α, η ο­ποί­α έ­χει τό­σο κα­λά ε­δραιω­θεί, ώ­στε ό­λη η πο­λι­τεια­κή ε­λίτ την α­πο­δέ­χε­ται σαν κά­τι το ε­ντε­λώς φυ­σι­κό και αυ­το­νό­η­το. Ό­ποιος δο­κι­μά­σει να την αμ­φι­σβη­τή­σει α­πλώς θα βρε­θεί ε­κτός νυμ­φώ­νος. Φυ­σι­κά ο λα­ός, το μέ­γα θύ­μα αυ­τής της ε­πι­χεί­ρη­σης, δεν τους α­πο­δέ­χε­ται. Γι’ αυ­τό και στις δη­μο­σκο­πή­σεις δεί­χνει ε­μπι­στο­σύ­νη σε θε­σμούς ό­πως ο Στρα­τός και η Εκ­κλη­σί­α, ε­νώ ξέ­ρει πο­λύ κα­λά πό­σο ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νοι εί­ναι σ’ έ­να τέ­τοιο πε­ρι­βάλ­λον. Συγ­χρό­νως δη­λώ­νει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά α­πό­λυ­τη έλ­λει­ψη ε­μπι­στο­σύ­νης στους πο­λι­τι­κούς και στα ΜΜΕ. Δεν α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­μως, ό­τι ό­λο αυ­τό το δυ­σκα­τα­γώ­νι­στο σύ­στη­μα, δεν εί­ναι πα­ρά η κε­φα­λαιο­ποί­η­ση σε ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο του δι­κού του κα­θη­με­ρι­νού α­το­μι­κι­σμού. Ό­τι εί­ναι η δι­κή του έλ­λει­ψη συλ­λο­γι­κού πνεύ­μα­τος αυ­τό που τρέ­φει το βα­μπίρ. Τους συ­γκε­κρι­μέ­νους πο­λι­τι­κούς αυ­τός τους ε­κλέ­γει, για εκ­προ­σώ­πους του και πά­τρω­νες, με πρω­ταρ­χι­κό κρι­τή­ριο τις προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, τις εκ­μαυ­λι­στι­κές εκ­δου­λεύ­σεις και τις προσ­δό­κι­μες εξυ­πη­ρε­τή­σεις. Πε­πει­σμέ­νος α­πό τις αλ­λη­λο­κα­ταγ­γε­λί­ες των ί­διων των πο­λι­τι­κών, ό­τι ε­γκλη­μα­τούν εις βά­ρος των ε­θνι­κών συμ­φε­ρό­ντων, ό­τι χρη­μα­τί­ζο­νται, ό­τι προ­δί­δουν την πα­τρί­δα για ψύλ­λου πή­δη­μα κ.τ.τ., δι­καιο­λο­γεί στον ε­αυ­τό του την δι­κή του κα­θη­με­ρι­νή α­το­μι­κή μι­κρο-πα­ρα­νο­μί­α. Για πα­ρά­δειγ­μα: κλέ­βει τον Φ.Π.Α., κρύ­βει ει­σο­δή­μα­τα, ως ε­παγ­γελ­μα­τί­ας, λου­φά­ρει κα­νο­νι­κά, ή λα­δώ­νε­ται, ως δη­μό­σιος υ­πάλ­λη­λος.
Ο ελ­λη­νι­κός α­το­μι­κι­σμός, κα­θώς ύ­πα­το κρι­τή­ριο έ­χει τα α­προσ­διο­ρί­στως με­τα­βαλ­λό­με­να γού­στα του υ­περ­τρο­φι­κού Ε­γώ του, α­πο­νο­η­μα­το­δο­τεί τε­λεί­ως τους κα­νό­νες της συ­ντε­ταγ­μέ­νης συμ­βί­ω­σης, α­κό­μα κι αυ­τούς που το ί­διο έ­χει κα­θο­ρί­σει. Η λο­γι­κό­τη­τα του νε­ω­τε­ρι­κού α­τό­μου (ό­χι στην «τραυ­μα­τι­κή» εκ­δο­χή, την ε­θνι­κι­στι­κή-ευ­σε­βι­στι­κή και τη διε­θνι­στι­κή-τα­ξι­κή, που γνω­ρί­σα­με, αλ­λά στην «αυ­θε­ντι­κά» ευ­ρω­πα­ϊ­κή) δεν μπο­ρεί να α­πο­τε­λέ­σει αυ­το­ρυθ­μι­στι­κή αρ­χή για το ελ­λη­νι­κό ά­το­μο. Κι ε­δώ βρί­σκε­ται η αι­θε­ρο­βα­σί­α και το α­σύγ­γνω­στο λά­θος του νε­ο­ελ­λη­νι­κού Δια­φω­τι­σμού. Το ελ­λη­νι­κό ά­το­μο δεν εί­ναι «λο­γι­κό», για­τί έ­χει πί­σω του πολ­λα­πλές αν­θρω­πο­λο­γι­κές δια­δρο­μές. Ό­ταν οι άλ­λοι πή­γαι­ναν αυ­τό γύ­ρι­ζε, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο. Γνω­ρί­ζει π.χ. ό­τι «η λο­γι­κή εί­ναι υ­πο­δε­έ­στε­ρη της ρη­το­ρι­κής». Ό­τι το Ε­γώ εί­ναι πά­νω και πί­σω α­πό τη λο­γι­κή. Ξέ­ρει πο­λύ κα­λά ό­τι τα κί­νη­τρα και οι σκο­ποί του προ­η­γού­νται της λο­γι­κής, την ο­ποί­α ε­πι­κα­λεί­ται. Δεν «πα­ρα­μυ­θιά­ζε­ται», λοι­πόν, με λο­γι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα και «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κά ο­ρά­μα­τα». Οι συλ­λο­γι­κοί κα­νό­νες εκ­πί­πτουν έ­τσι σε κα­τά συν­θή­κην ψεύ­δη, τα ο­ποί­α ο ξύ­πνιος Έλ­λη­νας δεν κα­τα­δέ­χε­ται καν να τα λά­βει υ­πό­ψη του, ό­ταν τον παίρ­νει. 
«Ο ζη­μιών το έ­θνος ου­δέ­να ζη­μιοί». Ι­δού η κα­τευ­θυ­ντή­ρια αρ­χή της «χει­ρα­φε­τη­μέ­νης α­πό ι­δε­ο­λο­γί­ες» ελ­λη­νι­κής α­το­μι­κό­τη­τας. Η αρ­χή αυ­τή, που δια­τυ­πώ­θη­κε τό­σο πε­ριε­κτι­κά στην ελ­λα­δι­κή Βου­λή τον πε­ρα­σμέ­νο αιώ­να, α­πο­τε­λεί το ύ­πα­το δόγ­μα, τη θε­με­λια­κή νο­η­μα­το­δο­τι­κή πη­γή, του α­μο­ρα­λι­στι­κού-πα­ρα­σι­τι­κού εί­δους «συλ­λο­γι­κό­τη­τας», που συ­νε­πά­γε­ται η έ­ξαλ­λη ελ­λη­νι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση. Βε­βαί­ως η α­νά­δυ­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού, στην ε­πο­χή του «τέ­λους των ι­δε­ο­λο­γιών» και του με­τα­μο­ντέρ­νου μη­δε­νι­σμού, δεν έ­χει μό­νο αρ­νη­τι­κές πλευ­ρές. Κρύ­βει κι έ­να ι­σχυ­ρό δυ­να­μι­σμό α­να­γκαί­ο για την ε­πι­βί­ω­ση. Πώς ό­μως, ο δυ­να­μι­σμός αυ­τός θα μπο­ρέ­σει να με­τα­μορ­φω­θεί, ώ­στε να α­ναι­ρε­θούν τα αρ­νη­τι­κά του α­πο­τε­λέ­σμα­τα, η συλ­λο­γι­κή μας πα­θο­λο­γί­α; Αυ­τό εί­ναι το μέ­γα ε­ρώ­τη­μα. Μέ­γα και προς το πα­ρόν πρα­κτι­κώς α­να­πά­ντη­το.

Τρί­τη φά­ση: ο «εκ­συγ­χρο­νι­σμός» του βα­μπίρ
Αν το ελ­λη­νι­κό «με­τα­μο­ντέρ­νο πα­ρά­δειγ­μα» μπο­ρού­σε να κρα­τη­θεί αιω­νί­ως στη φά­ση του βαλ­σα­μο­ποιεί­ου, θα εί­χε αγ­γί­ξει την τε­λειό­τη­τα, -για τη νο­ο­τρο­πί­α του ελ­λη­νι­κού α­τό­μου πά­ντα.
Το δυ­στύ­χη­μα ό­μως εί­ναι ό­τι δεν υ­πάρ­χει τρό­πος να κρα­τη­θεί ε­κεί. Το βαλ­σα­μο­ποιεί­ο λει­τουρ­γεί με δα­νει­κά και ε­πι­πλέ­ον με­τα­βάλ­λε­ται γρή­γο­ρα σε κλε­πτο­κρα­τί­α, που α­πο­μυ­ζά κά­θε ικ­μά­δα του. Αρ­χή της εί­ναι η πε­ρί­φη­μη «αρ­πα­χτή». «Να τα φά­με ό­λα ε­δώ και τώ­ρα». Και τα τρώ­ει ό­λα. Ε­πι­πλέ­ον το βαλ­σα­μο­ποιεί­ο δεν εί­ναι μό­νο του στον κό­σμο. Υ­πάρ­χουν πριν απ’ ό­λα οι κου­τό­φρα­γκοι των Βρυ­ξελ­λών, που θέ­λουν να ξέ­ρουν πού πη­γαί­νουν τα λε­φτά τους. Υ­πάρ­χει η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση, η ο­ποί­α δεν δεί­χνει κα­μιά συ­μπά­θεια για τα πα­ρα­σι­τι­κά κρα­τι­στι­κά κα­τε­στη­μέ­να ό­που γης, ό­πως έ­δει­ξε η σχε­τι­κή ε­μπει­ρί­α με τις πε­ρι­βό­η­τες «τί­γρεις» της Νο­τιο­α­να­το­λι­κής Α­σί­ας. Τέ­λος υ­πάρ­χουν και οι …Τούρ­κοι. Η Ο.Ν.Ε. εί­ναι βέ­βαια το υ­πή­νε­μο λι­μά­νι, στο ο­ποί­ο αν προ­λά­βου­με να μπού­με «σω­θή­κα­με». Αλ­λά η α­πει­λή εί­ναι ε­δώ και μας α­κο­λου­θεί κα­τά πό­δας: «τουρ­κι­κός ε­πε­κτα­τι­σμός» και «διε­θνής κερ­δο­σκο­πί­α». Τούρ­κοι και Α­γο­ρές α­ξιο­ποιούν τα ε­ξο­πλι­στι­κά και τα οι­κο­νο­μι­κά μας ελ­λείμ­μα­τα. Φυ­σι­κά, αν μπο­ρού­σα­με να τα κα­λύ­ψου­με, δεν θα υ­πήρ­χε πρό­βλη­μα. Αλ­λά δεν μπο­ρού­με και ο λό­γος εί­ναι σα­φής: α­πο­τε­λούν τους μα­στούς α­πό τους ο­ποί­ους τρέ­φε­ται το πα­ρα­σι­τι­κό – φαυ­λο­κρα­τι­κό – κλε­πτο­κρα­τι­κό μας βα­μπίρ. Οί­κο­θεν νο­εί­ται, λοι­πόν, ό­τι το δη­μιούρ­γη­μα αυ­τό του ελ­λη­νι­κού με­τα­μο­ντερ­νι­σμού δεν μπο­ρεί να πά­ει μα­κριά, ό­πως εί­ναι.
Αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος που μπή­κα­με ή­δη στον «εκ­συγ­χρο­νι­σμό»: στην «ε­νά­ρε­τη» φά­ση της ελ­λη­νι­κής κλε­πτο­κρα­τί­ας. Στη φά­ση αυ­τή το βάλ­σα­μο πε­ριο­ρί­ζε­ται αυ­στη­ρά (μό­νο για «τα πο­λύ δι­κά μας παι­διά»). Στην α­πε­ριό­ρι­στη ρε­μού­λα μπαί­νει κά­ποιος φραγ­μός. Για πρώ­τη φο­ρά αρ­χί­ζουν να τί­θε­νται κα­νό­νες και να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται μια α­συ­νή­θι­στη, για τα ελ­λη­νι­κά δε­δο­μέ­να, βελ­τί­ω­ση των οι­κο­νο­μι­κών δει­κτών. Προ­κει­μέ­νου να δια­σω­θεί το ελ­λη­νι­κό βα­μπίρ, α­να­γό­ρευ­σε το Μά­α­στριχτ σε νέ­α Με­γά­λη Ι­δέ­α και τη «Σύ­γκλι­ση» σε ύ­πα­το στό­χο της ό­λης «ε­θνι­κής» του «στρα­τη­γι­κής».
Κα­τά τρα­γι­κή ό­μως ει­ρω­νεί­α, α­πό την ε­πι­τυ­χί­α της «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής» διά­σω­σης του πα­ρα­σι­τι­κού αυ­τού ορ­γα­νι­σμού, ε­ξαρ­τά­ται και η ε­πι­βί­ω­ση του ί­διου του ελ­λη­νι­κού λα­ού. Ο δια­χω­ρι­σμός του λα­ού α­πό το βα­μπίρ εί­ναι α­δύ­να­τος, με τη δε­δο­μέ­νη αν­θρω­πο­λο­γι­κή μας κα­τά­στα­ση. Το βα­μπίρ εί­ναι σαρ­ξ εκ της σαρ­κός του ελ­λη­νι­κού α­τό­μου. Εί­ναι το δι­κό του έλ­λειμ­μα συλ­λο­γι­κό­τη­τας, αυ­το­νο­μού­με­νο σε πα­ρα­σι­τι­κή κοι­νω­νι­κή ο­ντό­τη­τα. 
Αυ­τό που φαί­νε­ται ως γε­νι­κευ­μέ­νος εκ­πα­σο­κι­σμός εί­ναι, λοι­πόν, η ει­δι­κή μορ­φή που παίρ­νει, στην ε­πο­χή του με­τα­μο­ντερ­νι­σμού, ο α­να­γεν­νη­μέ­νος α­χα­λί­νω­τος ελ­λη­νι­κός α­το­μι­κι­σμός. Θα ή­ταν ά­δι­κο να τον «χρε­ώ­σου­με» στον Πα­παν­δρέ­ου. Α­πλώς στο πρό­σω­πο του μα­κα­ρί­τη βρή­κε το «χα­ρι­σμα­τι­κό» του πρό­τυ­πο.

Σημειώσεις
1. Τη «σο­σιαλ­μα­νί­α» την ε­γκαι­νί­α­σε ο Κα­ρα­μαν­λής. Ο Πα­παν­δρέ­ου α­πλώς την ο­λο­κλή­ρω­σε, με­τα­τρέ­πο­ντας τους πά­ντες σε κρα­τι­κο­δί­αι­τους. Την άρ­ση του εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κού δι­πο­λι­σμού τη χρη­μα­το­δό­τη­σε με τη μη­χα­νή του δη­μο­σί­ου χρέ­ους.
2. Η συρ­ρί­κνω­ση του Ελ­λη­νι­σμού ή­ταν συ­νυ­φα­σμέ­νη με τον δι­πο­λι­σμό. Ή­δη α­πό τον πε­ρα­σμέ­νο αιώ­να, ο παν­σλα­βι­σμός α­γω­νι­ζό­ταν να ε­κτο­πί­σει την ελ­λη­νι­κή ε­πιρ­ρο­ή α­πό τα Βαλ­κά­νια και γε­νι­κό­τε­ρα α­πό τον ι­στο­ρι­κό χώ­ρο της ελ­λη­νο-ορ­θό­δο­ξης οι­κου­μέ­νης. Ο σο­βιε­τι­κός η­γε­μο­νι­σμός προ­σέ­δω­σε στην πο­λι­τι­κή αυ­τή διε­θνι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γι­κή ε­πί­φα­ση. Στή­ρι­ξε ο­λό­πλευ­ρα τον κε­μα­λι­σμό. Η μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί ως μια α­πό τις συ­νέ­πειες της Ο­κτω­βρια­νής ε­πα­νά­στα­σης, ό­πως και η πλή­ρης, στη συ­νέ­χεια, α­πο­κο­πή μας α­πό τα Βαλ­κά­νια και τον Εύ­ξει­νο. Η κα­θο­δι­κή πο­ρεί­α ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με τον εμ­φύ­λιο πό­λε­μο (1945-49), ό­που και κα­τα­στρέ­φο­νται οι ακ­μαιό­τε­ρες δυ­νά­μεις του Ελ­λη­νι­σμού. Έ­γι­ναν βε­βαί­ως προ­σπά­θειες α­νά­καμ­ψης αλ­λά με πε­νι­χρά α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Η κα­τα­στρο­φή του Ελ­λη­νι­σμού της Πό­λης (1955), χω­ρίς κα­μιά δυ­να­τό­τη­τα α­πά­ντη­σης, η α­δυ­να­μί­α να υ­πάρ­ξει έ­να στα­θε­ρό στοι­χειω­δώς δη­μο­κρα­τι­κό σύ­στη­μα, με α­πο­κο­ρύ­φω­μα την ε­φτά­χρο­νη δι­κτα­το­ρί­α του 1967, η ήτ­τα α­πό τον Ατ­τί­λα στην Κύ­προ το 1974, εί­ναι γε­γο­νό­τα που δεί­χνουν το φο­βε­ρό α­διέ­ξο­δο της χώρας στη δι­πο­λι­κή ε­πο­χή.
3. Στα­θε­ρός ά­ξο­νας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας ή­ταν ο ε­κνε­ω­τε­ρι­σμός. Εξ ου και «νε­ω­τε­ρι­κή». Η νο­η­μα­το­δό­τη­σή της προ­σέ­λα­βε δια­δο­χι­κά τρεις μορ­φές: Στην «η­ρω­ι­κή ε­πο­χή», εί­χα­με τη Με­γά­λη Ι­δέ­α. (: Α­πε­λευ­θέ­ρω­ση α­πό τον τουρ­κι­κό ζυ­γό. Η Ελ­λά­δα «πρό­τυ­πο βα­σί­λειο στην Α­να­το­λή». Φά­ρος ε­κνε­ω­τε­ρι­σμού.) Με­τά την κα­τα­στρο­φή του 1922 και ως την ει­σβο­λή του Ατ­τί­λα στην Κύ­προ (1974), κυ­ριαρ­χού­σε ο ε­θνο­φυ­λε­τι­σμός. (: Εί­μα­στε Έλ­λη­νες για­τί ρέ­ει αρ­χαιο-ελ­λη­νι­κό αί­μα στις φλέ­βες μας. Ό­χι για­τί με­τέ­χου­με ελ­λη­νι­κής παι­δεί­ας.) Α­πό το 1974 και έ­πει­τα κυ­ριαρ­χεί ο ε­θνο­μη­δε­νι­σμός. (: Η ε­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα εί­ναι «φα­ντα­στι­κή») Η πρώ­τη φά­ση διέ­πε­ται α­πό το κο­ρα­ϊ­κό πρό­ταγ­μα της «με­τα­κέ­νω­σης» ή της ευ­ρω­πα­ϊ­κής α­ε­ρο­γέ­φυ­ρας προς την αρ­χαί­α Ελ­λά­δα. Εί­μα­στε παι­διά του παπ­πού. Ό­χι εγ­γό­νια του. Το Βυ­ζά­ντιο δεν θέ­λου­με να το ξέ­ρου­με. Στη συ­νέ­χεια έρ­χε­ται ο Φαλ­με­ρά­ϋ­ερ και αμ­φι­σβη­τεί την «αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή ελ­λη­νι­κό­τη­τά» μας, α­κρι­βώς με το ε­πι­χεί­ρη­μα ό­τι, α­φού το Βυ­ζά­ντιο δεν εί­ναι ελ­λη­νι­κό, δεν υ­πάρ­χει φυ­λε­τι­κή συ­νέ­χεια. Για να τον α­ντι­με­τω­πί­σου­με, τροπο­ποιού­με το κο­ρα­ϊ­κό πρό­ταγ­μα. Το κά­νου­με «ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­κό». Δεν ε­νο­χλεί και πο­λύ, για­τί ο «χρι­στια­νι­σμός» μας εί­ναι ευ­σε­βι­στι­κός. Δη­λα­δή α­κραιφ­νώς νε­ω­τε­ρι­κός (προ­σαρ­μο­σμέ­νος στη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα). Με την ά­νο­δο τέ­λος του ε­θνο­μη­δε­νι­σμού κυ­ριαρ­χεί το δι­κό του νο­η­μα­το­δο­τι­κό πρό­ταγ­μα: Η νέ­α Ελ­λά­δα εί­ναι έ­να «και­νούρ­γιο έ­θνος», ό­πως τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά (αν εί­ναι καν έ­θνος, για­τί κι αυ­τό συ­ζη­τιέ­ται). Και βε­βαί­ως μια «νο­ε­ρή» ψευ­δο-κοι­νό­τη­τα, η λει­τουρ­γί­α της ο­ποί­ας ε­ξα­ντλεί­ται στο να κρύ­βει τον ξε­νό­δου­λο-κα­πι­τα­λι­στι­κό-α­ντι­λα­ϊ­κό χα­ρα­κτή­ρα του ελ­λα­δι­κού κρά­τους. Με­τά το 1989, ο σο­σια­λι­σμός κι ο διε­θνι­σμός, έ­χο­ντας χά­σει κά­θε αυ­θυ­περ­βα­τι­κή πνο­ή, εκ­φυ­λί­ζο­νται σε πρό­σχη­μα και προ­κά­λυμ­μα ε­θνι­κού και κοι­νω­νι­κού μη­δε­νι­σμού. Η ε­θνι­κή συ­νο­χή δεν έ­χει α­πό πού να α­ντλή­σει το συ­γκολ­λη­τι­κό της νό­η­μα. Τί­πο­τα δεν α­ντι­σταθ­μί­ζει πλέ­ον την κοι­νω­νι­κή ε­ντρο­πί­α.
4. Χρ. Γιαν­να­ράς, Ελ­λη­νό­τρο­πος Πο­λι­τι­κή. Ί­κα­ρος, Α­θή­να 1995.
5. Κ. Ζου­ρά­ρις, Ά­θλια, Ά­θλα, Θέ­με­θλα. Αρ­μός, Α­θή­να 1997.
6. Τις πα­ρα­πο­μπές τις πή­ρα α­πό τον Γερ. Κα­κλα­μά­νη (Η Ελ­λάς ως Κρά­τος Δι­καί­ου. Ει­κο­στός Πρώ­τος. Α­θή­να).
7. Κα­νο­νι­κά υ­πάρ­χουν δύ­ο τρό­ποι να χρη­μα­το­δο­τή­σει κα­νείς την αύ­ξη­ση της με­ρί­δας των «μη προ­νο­μιού­χων» στη συλ­λο­γι­κή πί­τα. Εί­τε κό­βο­ντας α­πό μέ­να, τον έ­χο­ντα και κα­τέ­χο­ντα, για να δώ­σεις σε σέ­να τον α­να­ξιο­πα­θού­ντα. Εί­τε αυ­ξά­νο­ντας το μέ­γε­θος της πί­τας και μοι­ρά­ζο­ντας το ε­πι­πλέ­ον. Η πρώ­τη συ­ντα­γή ο­δη­γεί σε εν­δο­κοι­νω­νι­κή σύ­γκρου­ση, που ή­ταν α­δια­νό­η­τη για μια Ελ­λά­δα που πά­σχι­ζε να ξε­φύ­γει α­πό το ά­με­σο εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κό πα­ρελ­θόν της. Η δεύ­τε­ρη συ­ντα­γή ή­ταν βέ­βαια σα­φώς προ­τι­μό­τε­ρη, αλ­λά πρα­κτι­κώς α­νέ­φι­κτη, για την πε­ρί­ο­δο που συ­ζη­τά­με. Η λύ­ση που ε­φαρ­μό­στη­κε, -δα­νει­σμός, πα­ρο­χές και ά­νοιγ­μα του κρά­τους στους ως τό­τε α­πο­κλει­σμέ­νους-, εί­χε σο­βα­ρές «πα­ρε­νέρ­γειες». Ή­ταν ό­μως η μό­νη ε­ναλ­λα­κτι­κή ε­πι­λο­γή.

Άρδην τ. 18, 1999
Πηγή: http://feltor.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Διαχειριστής δεν υποχρεούται σε απαντήσεις επί των σχολίων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα δίδονται έναντι αμοιβής, όπως αναφέρεται σχετικά στο πάνω μέρος του ιστολογίου στο κουτάκι με το τίτλο ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.