Για τα ερωτήματά σας προτιμήστε την αποστολή email (simvoulatoras@gmail.com) ή την συμπλήρωση της φόρμας με τον τίτλο «Ρωτήστε μας» που υπάρχει κάτω ακριβώς από τον τίτλο του ιστολογίου. Ελάχιστη αμοιβή 20 ευρώ +Φπα 24%. Ελάχιστη αμοιβή για ραντεβού 50 ευρώ +Φπα 24%.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Δαπάνες κρατών προνομιακού φορολογικού καθεστώτος


Το νέο φορολογικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής με τη μεταφορά κεφαλαίων σε κράτη με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές και ζητήματα Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου. Η αύξηση του συνολικού γραφειοκρατικού κόστους και εναλλακτικές λύσεις. Συμβατότητα του άρθρου 51Β του ΚΦΕ με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και τις Διεθνείς Φορολογικές Συνθήκες.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. Μη εκπιπτόμενες δαπάνες
2. Κράτη «προνομιακού φορολογικού καθεστώτος»
3. Το στοιχείο της διάκρισης εις βάρος κρατών «προνομιακού φορολογικού καθεστώτος» τόσο σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο όσο και τις διεθνείς φορολογικές συμβάσεις
4. Διαπιστώσεις και κριτική ως προς το διαμορφούμενο φορολογικό πλαίσιο

1. Μη εκπιπτόμενες δαπάνες
Ο νομοθέτης με το νέο άρθρο 51Α και 51Β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ) επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα δεσμίδα μέτρων κατά της φοροαποφυγής (anti-avoidance rules). Η μόλις μέσα σε ένα χρόνο αναθεώρηση των ίδιων αυτών άρθρων καταδεικνύει την αβεβαιότητα που επικρατεί και την ευαισθησία του θέματος όταν ιδίως επηρεάζονται πολυμερείς συμβάσεις όπως οι συνθήκες της ΕΕ αλλά και τυχόν διμερείς συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας.
Συγκεκριμένα δύο κατηγορίες κρατών εμπίπτουν στη συγκεκριμένη ρύθμιση του άρθρου 51B:
Α) Μη συνεργαζόμενα κράτη που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (άρθρο 51Α παρ. 4 και 5) και,
Β) κράτη προνομιακού φορολογικού καθεστώτος (άρθρο 51A παρ. 7 και άρθρο 51Β παρ. 2). Το ζήτημα περιπλέκεται όταν ο νομοθέτης επιλέγει να συμπεριλάβει στα κράτη προνομιακού φορολογικού καθεστώτος κράτη-μέλη της Ε.Ε. με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει διεθνείς φορολογικές συμβάσεις σύμφωνα με το πρότυπο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 51Β του ΚΦΕ δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα ή από το φορολογητέο εισόδημα πληρωμές προς τα παραπάνω κράτη που χαρακτηρίζονται ως:
• δαπάνες για την αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών
• πάσης φύσης παροχές από απαιτήσεις πάσης φύσης,
• πρόσοδοι ή άλλα προϊόντα ομολογιών/απαιτήσεων, καταθέσεων και εγγυήσεων,
• τα δικαιώματα που εισπράττονται ως αντάλλαγμα για την χρήση ή το δικαίωμα χρήσης οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας,
• δικαιώματα από εκμετάλλευση ευρεσιτεχνίας ή εμπορικού σήματος,
• μισθώματα ή μισθώματα χρηματοδοτικής μίσθωσης
• αποζημιώσεις και αμοιβές διευθυντικών στελεχών,
• τα ποσά που καταβάλλονται για τις δαπάνες που περιγράφονται στα άρθρα 17 και 31 του Κώδικα και
• γενικά οποιαδήποτε δαπάνη καταβάλλεται από κάτοι- κο Ελλάδας ή έχει τη μόνιμη έδρα του ή μόνιμη εγκατά- σταση.
Πέραν από εμπορικές δαπάνες αγοράς και λήψης υπηρεσιών, συμπεριλαμβάνονται οποιουδήποτε είδους εκπιπτόμενες δαπάνες που είτε εμπίπτουν στην έννοια του τόκου έτσι όπως έχει οριστεί από τον ΟΟΣΑ και συνδέεται με οποιοδήποτε είδος χρέους, είτε αποτελούν πληρωμές για χρήσεων (royalties). Αμοιβές μελών διοικητικού συμβουλίου επίσης καλύπτονται και ακολούθως «και κάθε άλλη παρόμοιας φύσης πληρωμή» περιλαμβάνοντας δικαιώματα προτίμησης (stock options) και παροχές (fringe benefits). Επίσης προστίθεται μια γενική απαγόρευση έκπτωσης δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 17 ΚΦΕ) όπως και των αναγνωριζόμενων δαπανών επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία δεύτερης και τρίτης κατηγορίας του ΚΒΣ (άρθρο 31 ΚΦΕ). Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι στις μη εκπιπτόμενες δαπάνες συμπεριλαμβάνονται και πληρωμές προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μη συνεργάσιμων κρατών ή κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση ο νόμος δυσχεραίνει τη δυνατότητα του φορολογούμενου να μειώσει τα φορολογικά βάρη μέσω σύναψης διαδοχικών δανειακών συμβάσεων ενδιαμέσου κρατών με χαμηλό φορολογικό ή/και ύπαρξη φορολογικής συνθήκης με την Ελλάδα που ενδεχομένως ελαχιστοποιεί ή μηδενίζει το φόρο παρακράτησης για την πληρωμή τόκων.
2. Κράτη «προνομιακού φορολογικού καθεστώτος»
H προσθήκη των μη συνεργαζόμενων κρατών όσο και των κρατών «προνομιακού φορολογικού καθεστώτος» όπως αυτά περιγράφονται στο νόμο, στοχεύει στην καταπολέμηση επιθετικών σχημάτων φοροαποφυγής. Η πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, σύμφωνα με τις τρέχουσες εξελίξεις, συνιστά πρώτης προτεραιότητας επιλογή για την οικονομία.
Ενώ τα μη συνεργαζόμενα κράτη αναφέρονται περιοριστικά σε κατάλογο που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην περίπτωση των κρατών «προνομιακού φορολογικού καθεστώτος» τίθενται διαζευκτικά δύο όροι. Για να χαρακτηριστεί ως τέτοιο ένα κράτος: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα κάτοικος (αποδέκτης δαπανών) του συγκεκριμένου κράτους, δεν υπόκειται σε φορολογία ή δε φορολογείται εν τοις πράγμασι ή β) υπόκειται σε φόρο επί των κερδών ή των εισοδημάτων ή του κεφαλαίου ο οποίος είναι ίσος ή κατώτερος με το 60% του φορολογικού συντελεστή που θα οφειλόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια ερμηνεία από τις αρμόδιες αρχές που να αποσαφηνίζει τον τρόπο υπολογισμού του συντελεστή φορολόγησης στο εξωτερικό. Ωστόσο ο δεύτερος αυτός όρος τροποποιήθηκε με τον Ν 3943/2011 <!--[if !vml]-->http://www.epixeirisi.gr/images/search.gif<!--[endif]-->γιατί όπως μας πληροφορεί η αιτιολογική έκθεση της Βουλής: «... η περίπτωση (β) της παραγράφου 7 του άρθρου 51 Α του ΚΦΕ αναδιατυπώνεται ώστε να γίνεται σύγκριση μεταξύ του συντελεστή φορολογίας των κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς με τον συντελεστή που ισχύει κάθε φορά στην Ελλάδα». Όπως φαίνεται η τροποποίηση της συγκεκριμένης διάταξης έγινε για να αποσαφηνιστεί ότι η σύγκριση του φορολογικού βάρους θα γίνεται μεταξύ των συγκεκριμένων φορολογικών συντελεστών που ισχύουν κάθε φορά επί του νομικού ή φυσικού προσώπου ή της νομικής οντότητας όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις της ελληνικής και αλλοδαπής νομοθεσίας όπου ο αποδέκτης των πληρωμών είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική του έδρα ή είναι εγκατεστημένος όπως ο νόμος ορίζει. Έτσι δικαιολογείται και η αύξηση του ορίου στο «60% του φορολογικού συντελεστή» αν και με τον 3842/2010 ο δεύτερος όρος του 51Β παρ. 7 έκανε λόγο μόνο για το «ήμισυ του φόρου» που θα οφειλόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας. Σε μια τέτοια περίπτωση η γραμματική ερμηνεία του νόμου θα επέτρεπε να περιληφθούν στον υπολογισμό του συνολικού βάρους, φόροι και τέλη επί των καθαρών κερδών της επιχείρησης σε εθνικό ή ακόμα και καθαρά τοπικό/επίπεδο δήμων. Κατά συνέπεια η διαδικασία αυτή, θα επέφερε δυσβάσταχτο γραφειοκρατικό κόστος όσον αφορά τον υπολογισμό του πληρωτέου φόρου τόσο για την δημόσια υπηρεσία όσο και για τον φορολογούμενο.
Υπό το νέο πλαίσιο, η κατάσταση γίνεται δυσχερής σε θέματα φορολογικού σχεδιασμού αφού εταιρείες πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικές όταν αναλαμβάνουν επιχειρηματική δράση σε αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και σε κράτη μέλη της ΕΕ όπως η Κύπρος, η Ιρλανδία και η Βουλγαρία που εμφανίζουν ιδιαιτέρως μικρούς δείκτες εταιρικής φορολόγησης. Στην Ελλάδα ο φορολογικός συντελεστής για νομικά πρόσωπα μετά την πρόσφατη μείωση διαμορφώνεται για ΑΕ και ΕΠΕ στο 20% οπότε ο αντίστοιχος συντελεστής στο κράτος στο οποίο κατευθύνονται οι δαπάνες πρέπει σύμφωνα με τον ΚΦΕ να είναι μεγαλύτερος ή ίσος του 12% (20 χ 60%). Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Κύπρου ο γενικός φορολογικός συντελεστής νομικών προσώπων διαμορφώνεται στο 10%. Σύμφωνα με το ελληνικό φορολογικό δίκαιο και τον ΚΦΕ όπως τροποποιήθηκε και μετά το 3943/2011 δαπάνες προς ένα οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο στην Κύπρο, που προέρχονται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι κάτοικος ή έχει την έδρα του ή διατηρεί μόνιμη εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 100 του ΚΦΕ στην Ελλάδα δεν εκπίπτουν του φορολογητέου εισοδήματος. Το ίδιο μπορεί όμως να συμβεί και με άλλα ευρωπαϊκά κράτη στα πλαίσια του φορολογικού ανταγωνισμού που φαίνεται να ανθεί στις μέρες μας.
3. Το στοιχείο της διάκρισης σε βάρος κρατών «προνομιακού φορολογικού καθεστώτος» τόσο σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο όσο και με τις διεθνείς φορολογικές συμβάσεις
Το γεγονός ότι ο νομοθέτης επέλεξε να συμπεριλάβει και Κράτη Μέλη της ΕΕ-ΕΟΧ περιπλέκει το θέμα όπως σωστά επισημάνθηκε και στην έκθεση της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής. Δαπάνες που δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα φυσικού ή νομικού προσώπου ή μιας οποιασδήποτε νομικής οντότητας όταν κατευθύνονται σε Ευρωπαϊκό κράτος υποκρύπτουν παραβίαση των κοινοτικών δικαιωμάτων ελεύθερης διακίνησης. Έτσι τίθεται ζήτημα κατά πόσο ο συγκεκριμένος νόμος περιορίζει δικαιολογημένα ή όχι την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίου και την ελεύθερη εγκατάσταση εντός της ΕΕ (άρθρα 49 και 63 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Σε αυτό το σημείο η επιστημονική επιτροπή της Βουλής διαπιστώνει ότι:
«Ως εκ τούτου, για να είναι συμβατοί με το κοινοτικό δίκαιο, οι εθνικοί κανόνες στον τομέα της φορολογίας πρέπει να συνάδουν προς τη αρχή της αναλογικότητας και να επιδιώκουν τον συγκεκριμένο σκοπό της πρόληψης «αμιγώς επίπλαστων καταστάσεων». Στο πλαίσιο αυτό έχει κριθεί ότι, στον βαθμό που οι υποκείμενοι στον φόρο δεν μετέρχονται καταχρηστικές πρακτικές, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης διακίνησης απλώς και μόνο γιατί τα επίπεδα φορολόγησης είναι χαμηλότερα σε άλλα κράτη μέλη απόφαση της 26.10.1999 στην υπόθεση C-294/1997 (Eurowings). Ως προς το τι θεωρείται «αμιγώς επίπλαστη κατάσταση», το ΔΕΚ αποφάνθηκε, με την απόφασή του της 12.9.2006 στην υπόθεση C-196/2004 (Cadbury Schweppes), ότι μια εγκατάσταση πρέπει να θεωρείται πραγματική εφόσον διαπιστώνεται, βάσει αντικειμενικών και δυνάμενων να εξακριβωθούν από τρίτους στοιχείων σχετικώς, ιδίως, με τον βαθμό της επιτόπιας υποδομής σε κτίρια, σε προσωπικό και σε εξοπλισμό, ότι στο έδαφος του άλλου κράτους μέλους ασκεί ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα και δεν λειτουργεί απλώς ως «ταχυδρομική θυρίδα» ή ως «προπέτασμα». Ως προς το ζήτημα της απόδειξης, η θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι το βάρος της απόδειξης δεν θα πρέπει να φέρει αποκλειστικώς ο φορολογούμενος και ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γενική ικανότητα συμμόρφωσής του και το είδος και η οργάνωση της συναλλαγής Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικώς με την εφαρμογή κανόνων κατά των καταχρήσεων στον τομέα της άμεσης φορολογίας εντός της Ε.Ε. και όσον αφορά τρίτες χώρες, 10.12.2007, COM(2007) 785 τελικό, σελ. 6». 1
Όμως ούτε το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα εισοδήματα δεν φορολογούνται από το κράτος-αποδέκτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα από τον έλληνα νομοθέτη για τη θέσπιση των συγκεκριμένων κανόνων. Το ΔΕΚ έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι η διπλή μη φορολογία δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επιπρόσθετης φορολόγησης. Στην υπόθεση C-379/2005 (Amurta) αναφέρεται ότι «...τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται την ύπαρξη πλεονεκτήματος χορηγούμενου μονομερώς από άλλο κράτος μέλος προκειμένου να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συνθήκη». Επίσης, το ΔΕΚ στην υπόθεση C-397/1998 (Metallgeselschaft) δεν αποδέχτηκε το επιχείρημα ότι η εγκατάσταση σε άλλο Κράτος Μέλος μία επιχείρησης εμπεριέχει πάντα το στοιχείο της φοροδιαφυγής αφού η επιχείρηση θα υπόκειται στη φορολογία του άλλου κράτους μέλους.
Από την άλλη πλευρά, ο Έλληνας νομοθέτης δίνει το δικαίωμα στον φορολογούμενο να ανταποδείξει ότι «οι δαπάνες αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίου με σκοπό τη φοροαποφυγή ή φοροδιαφυγή» επιβαρύνοντάς τον με την υποχρέωση να αποδείξει αντικειμενικά και υποκειμενικά το αληθές των συναλλαγών του. Θεωρητικά λοιπόν, δεν υπάρχει αυστηρός περιορισμός των ελευθερίας εγκατάστασης και μεταφοράς κεφαλαίου.
Πέραν όμως της συμβατότητας ή όχι με τις κοινοτικές ελευθερίες, το άρθρο 51Α και 51Β του ΚΦΕ πρέπει να είναι συμβατά και με τις συνθήκες αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συνάψει η Ελλάδα. Η κύρια λειτουργία των συνθηκών αποφυγής διπλής φορολογίας είναι η διανομή δικαιωμάτων φορολόγησης μεταξύ των κρατών. Επιπλέον ένας από τους στόχους των συγκεκριμένων συνθηκών είναι η πρόληψη της φοροαποφυγής, που αναφέρεται πρωτίστως σε περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος «απατηλώς αποκρύπτει εισόδημα σε μία διακρατική σκηνή και υποθέτει την ανικανότητα της δημόσιας διοίκησης να αποκτήσει πληροφορίες για την οικονομική του κατάσταση από το εξωτερικό.» 2
Οι διατάξεις των συνθηκών αποφυγής διπλής φορολογίας έχουν προβάδισμα απέναντι σε οποιαδήποτε διάταξη εσωτερικού φορολογικού δικαίου. Παρόλα αυτά οι συμβάσεις διπλής φορολογίας που στηρίζονται στο μοντέλο του ΟΟΣΑ δεν αναφέρουν και δε ρυθμίζουν το πώς ένα κράτος θα φορολογήσει τους κατοίκους του παρά μόνο μπορούν να περιορίσουν αυτά τα δικαιώματα όταν ένα έσοδο φορολογείται δύο φορές στο χέρια του ίδιου φυσικού ή νομικού προσώπου. Όπως η Ελλάδα, έτσι και ένας αριθμός χωρών έχει υιοθετήσει κανόνες που επιβάλλουν περιορισμούς στην έκπτωση δαπανών που προέρχονται από πληρωμές σε κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή μεταθέτουν το βάρος της απόδειξης στον φορολογούμενο στην περίπτωση παρόμοιων πληρωμών. Για παράδειγμα στην Ισπανία η εσωτερική νομοθεσία δεν επιτρέπει καμία έκπτωση δαπανών που προέρχονται από παροχή υπηρεσιών από νομικές οντότητες εγκατεστημένες σε κράτη προνομιακού φορολογικού καθεστώτος εκτός από την περίπτωση που ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγματικές «effective» συναλλαγές. 3
Περιορίζοντας διακρίσεις που μπορεί να προκύψουν όσον αφορά τη φορολογική αντιμετώπιση φυσικών ή νομικών προσώπων ή γενικά νομικών οντοτήτων, το άρθρο 21 του μοντέλου φορολογικών συμβάσεων του ΟΟΣΑ που ακολουθεί η Ελλάδα, προβλέπει στην παράγραφο 4 ότι δεν πρέπει οποιαδήποτε επιχείρηση να υπόκειται σε δυσμενέστερο φορολογικό καθεστώς απλά και μόνο επειδή ο αποδέκτης των πληρωμών είναι κάτοικος του έτερου συμβαλλομένου κράτους. 4
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογία που έχει υπογραφεί με την Κύπρο το 1968 και ισχύει μετά τη δημοσίευση της στο ΦΕΚ Α΄ 223/27.9.1968 οπότε θα πρέπει να εξεταστεί αν περιορίζει την εφαρμογή του άρθρου 51Α και Β.
Το εσωτερικό δίκαιο δεν πρέπει να αντιβαίνει στην αρχή περί της μη διακρίσεως που στη συνθήκη με την Κύπρο εντοπίζεται στο άρθρο 22. Αναφορικά με την παράγραφο 3 που εμφανίζει επιχειρηματικό ενδιαφέρον, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι: «H φορολογία μονίμου εγκαταστάσεως επιχειρήσεως του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος δέον να μη τυγχάνη ολιγώτερον ευνοϊκή εν τω ετέρω τούτω Kράτει από την επιβαλλομένην φορολογίαν επί επιχειρήσεων του ετέρου τούτου Kράτους ασχολουμένων με την αυτήν δραστηριότητα.»
Στην περίπτωση μίας μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα νομικού προσώπου που έχει την καταστατική του έδρα στην Κύπρο δεν υπάρχει διάκριση εις βάρος του κυπριακού νομικού προσώπου αφού υπάρχει ισότητα ως προς την έκπτωση δαπανών που κατευθύνονται στην Κύπρο. Το άρθρο περί μη διακρίσεων κατ&apos; αυτήν την έννοια δε βρίσκεται σε αντίθεση με το 51Β έτσι όπως είναι διατυπωμένο από το νομοθέτη. Εξάλλου παρέχεται στον φορολογούμενο η δυνατότητα απόδειξης του νομίμου των συναλλαγών του.
ΣΧΕΔΙΟ A΄
<!--[if !vml]-->http://www.epixeirisi.gr/images/articles/2011-11/asimak_1_opt.jpeg<!--[endif]-->
Η κυπριακή εταιρεία X LLC χρεώνει ως δαπάνες τις πληρωμές για αγορά αγαθών από την επίσης κυπριακή Z LLC, οι οποίες δαπάνες αντιστοιχούν όμως στην μόνιμη εγκατάσταση της στην Ελλάδα. Οι πληρωμές δεν εκπίπτουν από τα κέρδη που αντιστοιχούν στην μόνιμη εγκατάσταση όπως ο ΚΦΕ ορίζει στο άρθρο 51Β παρ. 2.
Η ελληνική επιχείρηση Ψ ΑΕ χρεώνει ως δαπάνες την πληρωμή για την αγορά αγαθών που όμως δεν εκπίπτουν των κερδών της.
Σε αυτή την περίπτωση δεν τίθεται θέμα διάκρισης εις βάρος της μόνιμης εγκατάστασης της X LLC αφού η φορολογική αντιμετώπιση που τυγχάνει στην Ελλάδα είναι όμοια με αυτή που θα αντιμετώπιζε μία ελληνική επιχείρηση με δαπάνες στην Κύπρο.
Ωστόσο το ζήτημα περιπλέκεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 21 της συνθήκης η οποία προβλέπει ότι: «Επιχειρήσεις του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, των οποίων το κεφάλαιον εν όλω η έν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, αμέσως ή εμμέσως, υπό ενός ή περισσοτέρων κατοίκων του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, δεν θα υποβάλλονται εις το πρώτον μνημονευθέν Συμβαλλόμενον Kράτος εις οιανδήποτε φορολογίαν ή οιανδήποτε σχετικήν μεταχείρισιν διάφορον ή επαχθεστέραν της φορολογίας και της σχετικής μεταχειρίσεως εις ας υποβάλλονται ή ενδέχεται να υποβληθώσιν άλλαι παρόμοιαι επιχειρήσεις του εν λόγω πρώτου μνημονευθέντος Kράτους.»
ΣΧΕΔΙΟ Β΄
<!--[if !vml]-->asimak_2.ai<!--[endif]-->
Όπως φαίνεται και στο σχέδιο Β΄, ούτε η εφαρμογή της διάταξης 21 παρ. 4 μπορεί να αποτρέψει την εφαρμογή του άρθρου 51Β του ΚΦΕ Αυτό γιατί δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ μίας αμιγώς ελληνικής επιχείρησης και μίας ελληνικής επιχείρησης όπου φυσικό ή νομικό πρόσωπο κάτοικος Κύπρου βρίσκεται στο μετοχολόγιο της.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η μη έκπτωση δαπανών που κατευθύνονται προς την Κύπρο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί βάσει του Ευρωπαϊκού Δικαίου και ειδικότερα της Συνθήκης και τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά ούτε στο άρθρο περί μη διάκρισης (αρθρο 21 παρ. 3 και 4) του Μοντέλου διεθνών φορολογικών συνθηκών του ΟΟΣΑ.
Έτσι περιπλέκεται ο φορολογικός σχεδιασμός επενδύσεων σε χώρες χαμηλού φορολογικού συντελεστή για επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα και επενδυτικούς στόχους σε γειτονικές χώρες όπως η Κύπρος και η Βουλγαρία.
4. Διαπιστώσεις και κριτική ως προς το διαμορφούμενο φορολογικό πλαίσιο
Κατά την διαμόρφωση της φορολογικής της βάσης και τον καθορισμό των καθαρών κερδών ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι οι συναλλαγές του είναι «πραγματικές και συνήθεις» (άρθρο 51Β παρ. 2 ΚΦΕ). Το μαχητό τεκμήριο της επίπλαστης κατάστασης θεραπεύεται μόνο εφόσον αποδειχτεί βάσει αντικειμενικών και δυνάμενων να εξακριβωθούν από τρίτους στοιχείων ότι στο έδαφος του άλλου κράτους μέλους μία εγκατάσταση υφίσταται πραγματικά τόσο από πλευράς εγκαταστάσεων και εξοπλισμού όσο και απασχολούμενου προσωπικού όπως μας πληροφορεί η προαναφερθείσα έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής. Κατά συνέπεια ο φορολογούμενος θα πρέπει να προσκομίσει στοιχεία στις φορολογικές αρχές που να αποδεικνύουν την ύπαρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Συμπερασματικά, ο νομοθέτης επιτυγχάνει με την ισχύουσα νομοθεσία να αυξήσει το κόστος και επακόλουθα το ρίσκο σε δημοφιλείς επενδυτικούς προορισμούς για ελληνικές επιχειρήσεις έστω και αν στόχος είναι η μείωση της φοροαποφυγής. Κριτήρια που έχουν ως σημείο αναφοράς τον φορολογικό συντελεστή δεν προσφέρουν την απαραίτητη βεβαιότητα στον φορολογούμενο που θα βρεθεί αντιμέτωπος με δυσανάλογο φορολογικό βάρος σε μία μελλοντική μείωση της φορολογίας στο κράτος-αποδέκτη εάν δεν ενέπιπτε στις διατάξεις του άρθρου 51Α και 51Β αρχικά. Η προώθηση του διεθνούς φορολογικού έλεγχου (ιδιαιτέρως μεταξύ ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών) όπως προτείνει ο ΟΟΣΑ 5 ή συμφωνίες ανταλλαγής πληροφοριών θα μπορούσαν να δώσουν μία χρονικά και οικονομικά αποτελεσματικότερη λύση προκρίνοντας και τη διεθνή οικονομική συνεργασία που κρίνεται αναγκαία υπό τις σύγχρονες συνθήκες.
11. Β΄ Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών, Τμήμα Νομοτεχνικής Επεξεργασίας σχεδίων και Προτάσεων νόμου, «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών» ν. 3943/2011 <!--[if !vml]-->http://www.epixeirisi.gr/images/search.gif<!--[endif]-->.
2. Richard J. Vann, «International Aspects of Income tax», in Victor Thuronyi, ed., Tax Law Design and Drafting (Washington: International Monetary Fund, 1998), σελ 727.
3. OECD "Harmful Tax Competition, An emerging global issue" OECD Publications (1998), σελ. 59.
4. Αρθρο 21 παρ. 4 του Μοντέλου φορολογικών συμβάσεων του ΟΟΣΑ, 2010.
5. OECD, "Joint Audit Report", Sixth meeting of the OECD Forum on Tax Administration, (September 2010).
Κωνσταντίνος Ασημακόπουλος, Δικηγόρος
ΠΗΓΗ:ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Διαχειριστής δεν υποχρεούται σε απαντήσεις επί των σχολίων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα δίδονται έναντι αμοιβής, όπως αναφέρεται σχετικά στο πάνω μέρος του ιστολογίου στο κουτάκι με το τίτλο ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.