Για τα ερωτήματά σας προτιμήστε την αποστολή email (simvoulatoras@gmail.com) ή την συμπλήρωση της φόρμας με τον τίτλο «Ρωτήστε μας» που υπάρχει κάτω ακριβώς από τον τίτλο του ιστολογίου. Ελάχιστη αμοιβή 20 ευρώ +Φπα 24%. Ελάχιστη αμοιβή για ραντεβού 50 ευρώ +Φπα 24%.

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Η μείωση των φορολογικών συντελεστών,σωσίβιο για την κρίση

του Γ. Αγαπητού,
καθηγητή, πρώην υπουργού Οικονομικών


Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ αποκάλυψε τις αδυναμίες
 της «αυτορρύθμισης» των αγορών, των απεριόριστων ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης των αγορών κεφαλαίων.
 Οι πολιτικές οι οποίες στήριξαν αυτές τις εξελίξεις οδήγησαν σε υψηλά κέρδη των πολυεθνικών και των τραπεζών, σε υπερχρέωση του δημοσίου- των νοικοκυριών- των επιχειρήσεων, σε συρρίκνωση των προσφερομένων δημοσίων αγαθών και σε άνιση κατανομή του πλούτου σε βάρος των εργαζομένων. Για την έξοδο από την κρίση κατ’ ανάγκην αποκτά ξανά σημαντικό ρόλο ο κρατικός παρεμβατισμός και η δημοσιονομική πολιτική. Ο παρεμβατισμός αυτός είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση ενός ανεκτού επιπέδου κοινωνικού κράτους, ενός λογικού κόστους δανεισμού (επιτόκια) και μιας ορθολογικής πολιτικής φορολογίας και δημοσίων δαπανών. Η πολιτική αυτή θα ενισχύσει την οικονομική- κοινωνική ανάπτυξη, την απασχόληση και θα αποδυναμώσει τις μακροοικονομικές ανισορροπίες (ελλείμματα δημοσίου και εξωτερικού τομέα). Χρειάζεται συνεπώς, ένα νέο μείγμα οικονομικής πολιτικής που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, η οποία όμως τώρα πλέον δεν θα συνοδεύεται από αντιπληθωριστική φιλοσοφία αλλά θα πρέπει να αποφεύγει τον αντιπληθωρισμό της οικονομίας. Η υποτίμηση του τελευταίου σημείου θα οδηγήσει σε επιδείνωση της οικονομικής κρίσης.

Όπως είναι γνωστό, η αποτελεσματικότητα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από τη σωστή διάγνωση των αδυναμιών της οικονομίας και τη μορφή αυτών των αδυναμιών (οργάνωση αγορών, παραοικονομία, φοροδιαφυγή), ώστε να εφαρμόζονται τα κατάλληλα μέτρα πολιτικής.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, η οποία είναι μια εμπόλεμη οικονομία, πάσχει από εσωτερικές-εξωτερικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, με υψηλό βαθμό παραοικονομίας-φοροδιαφυγής, λειτουργεί κάτω του επιπέδου πλήρους απασχόλησης, με πληθωρισμό κόστους (όχι ζήτησης). Επιπλέον, τα φορολογικά βάρη είναι υψηλά, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία ύψους φορολογίας και επιπέδου των προσφερομένων δημοσίων αγαθών. Ειδικότερα, τα δημόσια αγαθά, τα οποία απολαμβάνει ο έλληνας φορολογούμενος, υστερούν έναντι της φορολογικής του επιβάρυνσης, αφού πολλά αγαθά που έπρεπε να του παρέχει το κράτος τα προμηθεύεται από τον ιδιωτικό τομέα (υγεία, παιδεία, ασφάλεια, δρόμοι-διόδια) και για πολλά τα οποία του παρέχει το δημόσιο καταβάλλει το γνωστό φακελάκι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο καθηγητής Νουριέλ Ρουμπίνι σε πρόσφατη διάλεξή του στην Αθήνα επεσήμανε ότι «δεν χρειάζονται άλλοι φόροι, η φορολογία είναι ήδη υψηλή».

Είναι σκόπιμο, συνεπώς, να επικεντρωθούμε στα δημοσιονομικά εκείνα μέτρα τα οποία θα ωθήσουν την οικονομία προς την πλήρη απασχόληση, τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την αντιμετώπιση του αποπληθωρισμού (αφυδάτωση) της οικονομίας.

Όπως φαίνεται από το Διάγραμμα 1, η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο επίπεδο εισοδήματος Υ1, όπου οι δημόσιες δαπάνες υπερβαίνουν τα φορολογικά έσοδα κατά ΒΓ (έλλειμμα). Στο επίπεδο εισοδήματος Υ2 τα έσοδα ισούνται με τις δαπάνες (Τ=G) κι έχουμε ένα ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, ενώ στο επίπεδο εισοδήματος πλήρους απασχόλησης (Yf) υπάρχει πλεόνασμα (ΔΕ), αφού τα φορολογικά έσοδα είναι περισσότερα από τις δημόσιες δαπάνες κατά ΔΕ. Στόχος, συνεπώς, πρέπει να είναι η αύξηση του εισοδήματος από Υ1 σε Υ2 και Υf. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα /πλεόνασμα δημιουργείται από τις αυξομειώσεις των φόρων, των δαπανών, και κυρίως του εισοδήματος. Για να μετακινηθεί η οικονομία από το σημείο Υ1 προς τα δεξιά ο μόνος τρόπος είναι η αύξηση των δημοσίων επενδυτικών δαπανών (γιατί οι τρέχουσες δημόσιες δαπάνες υποτίθεται ότι είναι ανελαστικές, G=G–) και η μείωση των φορολογικών συντελεστών, ώστε να αυξηθεί το εισόδημα. Η απλοϊκή άποψη ότι η μείωση του ελλείμματος θα επιτευχθεί με μείωση των δαπανών ή αύξηση των φόρων θα μετακινήσει το εισόδημα αριστερά προς την αρχή των αξόνων και θα απομακρυνθεί δραματικά από το επίπεδο πλήρους απασχόλησης. Αντίθετα, η μείωση των φορολογικών συντελεστών και η αύξηση των δημοσίων επενδυτικών δαπανών θα συμβάλει στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, στην ενίσχυση της κατανάλωσης και τελικά στην αύξηση των φορολογικών εσόδων και τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών μπορεί να επικεντρωθεί στον Φ.Π.Α. (κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες) και στη φορολογία εισοδήματος από εργασία (φυσικών προσώπων), ενώ η ενίσχυση των δημοσίων επενδύσεων (αυτοχρηματοδοτούμενα έργα ή με κοινοτικούς πόρους) θα οδηγήσει σε αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων.

Ο ισχυρισμός ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών θα μειώσει τα φορολογικά έσοδα καταρρίπτεται από την απλή, αλλά εμπεριστατωμένη, θεωρία του Laffer (οικονομικά της προσφοράς). Η καμπύλη Laffer απεικονίζει τη σχέση μεταξύ της μεταβολής των φορολογικών συντελεστών και της μεταβολής των φορολογικών εσόδων κι αποδεικνύει ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών δεν οδηγεί πάντοτε σε αύξηση των φορολογικών εσόδων, ιδίως όταν οι συντελεστές αυτοί είναι υψηλοί, όπως συμβαίνει στη χώρα μας. Αντίθετα, η μείωση των φορολογικών συντελεστών οδηγεί σε ενίσχυση της κατανάλωσης, μείωση του κόστους παραγωγής (δεδομένου ότι όλοι οι φόροι μετακυλίονται στις τιμές) και σε φυσιολογική αύξηση των φορολογικών εσόδων. Ειδικότερα, ο Laffer διαπίστωσε (Διάγραμμα 2) ότι τα φορολογικά έσοδα αρχίζουν να μειώνονται μετά από ένα ορισμένο ύψος των φορολογικών συντελεστών και με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές εισπράττονται, ceteris paribus, τουλάχιστον τα ίδια έσοδα με εκείνα υψηλότερων συντελεστών, αλλά με ευνοϊκές μετέπειτα επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Ειδικότερα, όταν ένας φορολογικός συντελεστής είναι μηδενικός ή 100% (t4) τα έσοδα είναι μηδενικά, ενώ με ένα μικρότερο συντελεστή (t2) επιτυγχάνεται το maximum των εσόδων. Εάν όμως αυξηθεί ο συντελεστής t2 και γίνει t3, τα έσοδα μειώνονται κατά ΑΖ και είναι τα ίδια (ΟΑ) όσα δηλ. εισπράττονται με ένα πολύ χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή t1.

Η ελληνική οικονομία, όπως αναλύσαμε (Διάγραμμα 3), βρίσκεται σε ανισορροπία (Ζ<Π) και κάτω του επιπέδου πλήρους απασχόλησης (Υ1). Για να ισορροπήσει η οικονομία (Ζ=Π), στο επίπεδο πλήρους απασχόλησης (Υf), θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η ζήτηση και να μετακινηθεί η καμπύλη της ζήτησης (Ζ1) στο σημείο Β (Ζ2). Η μετακίνηση αυτή ώστε να εξαλειφθεί το αντιπληθωριστικό κενό (ΒΓ, μπορεί να επιτευχθεί με το συνδυασμό δημοσιονομικών και νομισματικών μέτρων, δηλ. μείωση των φορολογικών συντελεστών (αύξηση ιδιωτικού διαθέσιμου εισοδήματος και μείωση της φοροδιαφυγής), αύξηση των δημοσίων επενδυτικών δαπανών, αύξηση της προσφοράς χρήματος η οποία θα συνοδευτεί με μείωση των επιτοκίων δανεισμού (κόστος κεφαλαίου) και θα ενθαρρύνει την ανάληψη νέων επενδυτικών πρωτοβουλιών.

Από την παραπάνω τεχνοκρατική ανάλυση προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα, το οποίο επιβεβαιώνεται από τρείς εναλλακτικές θεωρίες, ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών, η αύξηση των δημοσίων επενδυτικών δαπανών και η μείωση των επιτοκίων δανεισμού είναι ο πιο ασφαλής τρόπος για να επιτευχθεί ισορροπία στην οικονομία, αύξηση απασχόλησης (μείωση ανεργίας) και μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Παράλληλα για να κινητοποιηθεί η οικονομική δραστηριότητα, θα πρέπει να ενισχυθεί ο τομέας των οικοδομών και οι παραγωγικές μεταποιητικές επιχειρήσεις.

Επαναλαμβάνουμε ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών θα εξασφαλίσει περισσότερα φορολογικά έσοδα γιατί θα ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα και η κατανάλωση καθώς και θα μειωθεί το κίνητρο για φοροδιαφυγή και παραοικονομία. Επιπλέον, ίσως θα πρέπει να μελετηθεί η περίπτωση ώστε η μείωση αυτή να συνδυαστεί και με τη φορολόγηση των τόκων που εισπράττουν οι δανειστές του δημοσίου (πχ. από ομόλογα, έντοκα γραμμάτια), όπως φορολογούνται οι τόκοι των τραπεζικών καταθέσεων. Οι τόκοι αυτοί για το 2009 προβλέπεται να φτάσουν τα 12 δισ. ευρώ και, εάν φορολογηθούν, θα αποδώσουν 1,2 δισ. ευρώ, τα οποία είναι αρκετά για να χρηματοδοτηθούν ελλειμματικά ταμεία του δημοσίου.

Η άποψη ότι τα μέτρα αυτά μπορεί να ενισχύσουν τον πληθωρισμό ζήτησης δεν ευσταθεί γιατί η ελληνική οικονομία δεν πάσχει από υπερβάλλουσα (excess demand) αλλά υποτονική ζήτηση, εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων και των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (βλ. πλαστικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια).

ΟΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ είναι βέβαιο ότι θα προωθήσουν μια ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας η οποία θα εξασφαλίσει τα απαραίτητα φορολογικά έσοδα για τη χρηματοδότηση των τρεχουσών δημοσίων δαπανών, ώστε να αποφευχθεί η χρηματοδότησή τους με δημόσιο δανεισμό. Ο τελευταίος πρέπει να γίνεται για τη χρηματοδότηση μόνο των επενδυτικών δημοσίων δαπανών, διαφορετικά το δημόσιο χρέος για το 1009 θα ξεπεράσει τα 300 δισ. ευρώ (δηλ. το 115% του ΑΕΠ). Η εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης, όπως εμφανίζεται στον Πίνακα 1, είναι απογοητευτική και απαιτούνται δραστικά μέτρα για την αποφυγή επιδείνωσης και αυστηρότερης επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ειδικότερα, το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το εθνικό εισόδημα και τα τοκοχρεολύσια είναι το 70% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα (χωρίς χρεολύσια) θα υπερβεί το 5% του ΑΕΠ το 2009, αλλά το πραγματικό έλλειμμα είναι εκείνο που συμπεριλαμβάνει και τα χρεολύσια, που θα καταβληθούν από τον κρατικό προϋπολογισμό, γιατί δείχνει το συνολικό άνοιγμα μεταξύ εσόδων-δαπανών, και θα υπερβεί το 15% του ΑΕΠ. Το δημοσιονομικό, συνεπώς, πρόβλημα της χώρας εντοπίζεται στα φορολογικά έσοδα (όχι στις δαπάνες) τα οποία μπορούν να αυξηθούν μόνο με ανάκαμψη της οικονομίας (μείωση φορολογικών συντελεστών) και περιορισμό της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας.


Διάγραμμα 1



                                                                                                   

                                                                                              






 Διάγραμμα 2

                                                                                                            

Διάγραμμα 3


Πίνακας 1

Δημοσιονομικά Στοιχεία (1980-2009)

Απόλυτα ποσά
σε δισ. ευρώ
Ποσοστό % στο ΑΕΠ





Πίνακας 1
Δημοσιονομικά Στοιχεία (1980-2009)

Απόλυτα ποσά
σε δισ. ευρώ
Ποσοστό % στο ΑΕΠ
2007
2008
2009*
1980
1990
2000
2007
2008
2009*
ΑΕΠ (σε τρεχ. αγοραίες τιμές)
228
246
260
Δημόσιο Χρέος
(κεντρ. Κυβέρ.)
240
260
274
28
90
114
105
106
105
Τοκοχρεολύσια
33
38
41
4
12
20
15
15
16
Τόκοι
10
11
12
Χρεολύσια
22
26
29
Φορολογικά Έσοδα
48
54
61
19
26
27
21
22
23
Πρωτογενές Έλλειμμα (με τόκους)
11
11
9
6
5
3
5
4
3
Συνολικό Έλλειμμα
(με τοκοχρεολύσια)
34
37
38
6
17
14
15
15
15

*προβλέψεις
Πηγή: Εισηγητικές Εκθέσεις Κρατικού Προϋπολογισμού, 1980-2009, Υπ. Οικονομικών.

Απο το Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας.τεύχος 1421

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Διαχειριστής δεν υποχρεούται σε απαντήσεις επί των σχολίων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα δίδονται έναντι αμοιβής, όπως αναφέρεται σχετικά στο πάνω μέρος του ιστολογίου στο κουτάκι με το τίτλο ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.